Η Ελένη Σιδέρη είχε αγοράσει εκείνο το διαμέρισμα σχεδόν μόνη της. Δεν το υπολόγιζε επίτηδες, ούτε κρατούσε λογαριασμό για να το θυμάται αργότερα· απλώς έτσι είχαν έρθει τα πράγματα. Εκείνη την περίοδο ο Γιάννης Σαββίδης είχε μόλις αλλάξει δουλειά, ο μισθός του ήταν χαμηλός και το μεγαλύτερο βάρος της προκαταβολής έπεσε πάνω της. Από τις οικονομίες της έβαλε περίπου 7.300 ευρώ, χρήματα που μάζευε επί τέσσερα χρόνια δουλεύοντας ως ανώτερη λογίστρια σε κατασκευαστική εταιρεία. Ο Γιάννης πρόσθεσε άλλα 800. Το στεγαστικό δάνειο βγήκε και στα δύο ονόματα, όμως οι μηνιαίες δόσεις, γύρω στα 210 ευρώ, στην πράξη πληρώνονταν κυρίως από την Ελένη, επειδή ο δικός της μισθός ήταν σταθερός, ενώ υπήρχαν μήνες που ο άντρας της μετά βίας κάλυπτε ακόμη και τα ψώνια του σπιτιού. Στα χαρτιά το διαμέρισμα ανήκε και στους δύο. Μέσα της, όμως, η Ελένη ήξερε πάντα την αλήθεια: αυτό το σπίτι ήταν δικό της. Όχι από απληστία, αλλά επειδή αυτό έδειχναν τα γεγονότα.
Η Παρασκευή Δημόπουλος μπήκε στη ζωή τους αμέσως μετά τον γάμο. Ή, για να είμαστε ακριβείς, δεν είχε φύγει ποτέ από τη ζωή του Γιάννη· απλώς πριν από τον γάμο αυτό αφορούσε μόνο εκείνον, ενώ τώρα αφορούσε και την Ελένη. Τα κλειδιά του διαμερίσματος βρέθηκαν στα χέρια της πεθεράς από την πρώτη κιόλας στιγμή. Ο Γιάννης της τα είχε δώσει πριν ακόμη εγκατασταθούν κανονικά, «για κάθε ενδεχόμενο», όπως είπε. Ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί, ας πούμε, να σπάσει κάποιος σωλήνας την ώρα που εκείνοι θα βρίσκονται στη δουλειά.
— Η μαμά μένει κοντά, έλεγε. Δέκα λεπτά με τα πόδια. Είναι πρακτικό.
Τότε η Ελένη δεν απάντησε. Στην αρχή, άλλωστε, σιωπούσε συχνά. Παρατηρούσε, προσπαθούσε να συνηθίσει, να μη δημιουργεί εντάσεις εκεί όπου ίσως να μην υπήρχε πραγματικός λόγος. Ίσως η Παρασκευή Δημόπουλος να ήταν απλώς έτσι σαν άνθρωπος: ανήσυχη, υπερπροστατευτική, ανίκανη να αφήσει τον γιο της να σταθεί μόνος του. Συμβαίνουν αυτά, σκέφτηκε η Ελένη. Και αποφάσισε να κάνει υπομονή.
Η Παρασκευή Δημόπουλος εμφανιζόταν όποτε της ερχόταν. Άλλοτε στις επτάμισι το πρωί, πριν προλάβει η Ελένη καλά καλά να πλυθεί. Άλλοτε καταμεσής της ημέρας, την ώρα που εκείνη δούλευε από το σπίτι. Κάποιες φορές ερχόταν προς το απόγευμα, χωρίς τηλεφώνημα, χωρίς καμία προειδοποίηση. Ακουγόταν μόνο το κλικ της κλειδαριάς και αμέσως μετά η φωνή της πεθεράς από το χωλ:

— Εγώ είμαι, μην τρομάξετε.
Η Ελένη τρόμαζε κάθε φορά.
Η πεθερά της δεν ερχόταν ποτέ απλώς για να καθίσει, να πιει έναν καφέ ή να πουν δυο κουβέντες. Κάθε επίσκεψή της έμοιαζε με επιθεώρηση. Γύριζε μεθοδικά όλο το σπίτι, άνοιγε τα ντουλάπια της κουζίνας, κοίταζε τι υπήρχε στο ψυγείο, μετακινούσε κατσαρόλες και σκεύη σύμφωνα με τη δική της αντίληψη περί τάξης. Μια φορά πέταξε μισό κιλό φαγόπυρο, επειδή αποφάσισε πως ήταν παλιό. Η Ελένη το είχε αγοράσει μόλις τρεις μέρες πριν. Άλλη φορά μάζεψε όλες τις πετσέτες από το μπάνιο και τις τακτοποίησε σε διαφορετικό ντουλάπι, απλώς και μόνο γιατί, κατά τη γνώμη της, εκεί ήταν «πιο σωστή» η θέση τους.
Ύστερα από κάθε τέτοια επίσκεψη, η Παρασκευή Δημόπουλος τηλεφωνούσε στον Γιάννη. Η Ελένη δεν άκουγε ποτέ ολόκληρες τις συνομιλίες τους, όμως καταλάβαινε πολύ καλά το περιεχόμενό τους από την έκφραση με την οποία επέστρεφε ο άντρας της στο σπίτι.
— Η μαμά λέει πως δεν καθάρισες την κουζίνα μετά το μαγείρεμα.
— Η μαμά είπε ότι στο μπάνιο πάλι υπάρχουν πράγματα πεταμένα.
— Η μαμά πιστεύει πως δεν ξέρεις καθόλου να οργανώνεις τον χώρο.
Η Ελένη τον κοιτούσε και αναρωτιόταν σιωπηλά: ακούει άραγε τι λέει; Καταλαβαίνει τι ξεστομίζει αυτή τη στιγμή;
— Γιάννη, του είπε κάποτε ήρεμα, δεν θέλω η μητέρα σου να μπαίνει στο σπίτι χωρίς να τηλεφωνεί πρώτα. Με φέρνει σε δύσκολη θέση. Με ενοχλεί. Θέλω, όταν βρίσκομαι στο σπίτι μου, να νιώθω ασφαλής.
Ο Γιάννης αναστέναξε με εκείνο το ύφος ανθρώπου που εξηγεί κάτι αυτονόητο σε παιδί.
— Ελένη, μα είναι η μητέρα μου. Δεν το κάνει από κακία. Θέλει μόνο να βοηθήσει. Κάνε λίγη υπομονή και θα ηρεμήσει.
Η μητέρα του δεν ηρέμησε.
Πέρασε ένας χρόνος, έπειτα και δεύτερος. Οι επισκέψεις δεν αραίωσαν. Οι παρατηρήσεις δεν σταμάτησαν. Η Ελένη έμαθε να αντιδρά εξωτερικά με ψυχραιμία: να μη μιλά απότομα, να μην υψώνει τη φωνή, να μην απαντά ειρωνικά. Όμως μέσα της κάτι μετατοπιζόταν αργά και σταθερά. Κάθε πρωί, μόλις άνοιγε τα μάτια της, κρατούσε για ένα δευτερόλεπτο την ανάσα της και σκεφτόταν: σήμερα θα εμφανιστεί ή όχι; Και κάθε επιστροφή στο σπίτι είχε αρχίσει να μοιάζει με μικρή δοκιμασία.
