“Άνοιξε, σου λέω! Αλλιώς καλώ την Πυροσβεστική και θα κόψουν τις κλειδαριές χωρίς δεύτερη κουβέντα!” φώναξε η Αριάδνη και χτύπησε με όλη της τη δύναμη την πόρτα

Απαράδεκτη προδοσία που με σκοτώνει μέσα μου.
Ιστορίες

— Άνοιξε, σου λέω! Αλλιώς καλώ την Πυροσβεστική και θα κόψουν τις κλειδαριές χωρίς δεύτερη κουβέντα! — φώναξα και χτύπησα με όλη μου τη δύναμη τη ντυμένη με τεχνητό δέρμα πόρτα.

Το κλειδί γύρισε μόνο ως τη μέση και κόλλησε βαριά. Από μέσα ακούστηκε το σύρσιμο του σύρτη, εκείνου που εγώ δεν έβαζα ποτέ.

Η πόρτα άνοιξε αργά. Στο κατώφλι στεκόταν η μικρότερη αδελφή μου, η Kleopatra Mavridis. Πάνω της κρεμόταν η αγαπημένη μου σμαραγδένια ρόμπα από φυσικό μετάξι, που την είχα αγοράσει με το μπόνους μου από ένα ακριβό πολυκατάστημα στο κέντρο. Το στρίφωμά της σερνόταν στο βρόμικο πάτωμα.

— Αχ, Ariadne, γιατί χτυπιέσαι έτσι; — είπε χασμουρητά, κρατώντας με το ένα χέρι τη φουσκωμένη της κοιλιά. — Εμείς κοιμόμασταν ακόμα, να ξέρεις.

Πέρασα μέσα και πάτησα κάτι ξένα, ξεχειλωμένα αθλητικά με λιωμένες μύτες. Στο έπιπλο της εισόδου ήταν πεταμένα φυλλάδια, λερωμένα κλειδιά και ένα άδειο πακέτο τσιγάρων.

Μέσα στη γλάστρα με τον αγαπημένο μου φίκο, που τον πρόσεχα σαν παιδί, ήταν καρφωμένη μια γόπα. Μια γκρίζα γραμμή στάχτης είχε λερώσει τα γυαλιστερά πράσινα φύλλα. Έσφιξα τις γροθιές μου τόσο δυνατά, που τα νύχια μου μπήχτηκαν στις παλάμες.

— Kleopatra, βγάζεις αμέσως τη ρόμπα, μαζεύεις τα πράγματά σου και εξαφανίζεστε. Σας δίνω ακριβώς δέκα λεπτά.

— Γεια σου κι εσένα, δικηγορίνα, — ακούστηκε μια τεμπέλικη φωνή από την κουζίνα.

Στο άνοιγμα της πόρτας εμφανίστηκε ο Nikolaos Venizelos, ο άντρας της αδελφής μου. Φορούσε μόνο ένα γκρι βαμβακερό μποξεράκι και κρατούσε ένα μπουκάλι μπίρα που ίδρωνε. Στον ώμο του φαινόταν μια φρέσκια γρατζουνιά.

— Γιατί κάνουμε φασαρία; — χαμογέλασε ειρωνικά και ήπιε κατευθείαν από το στόμιο. — Εμείς εδώ είμαστε νόμιμα. Τον νόμο τον έχεις ακουστά, έτσι δεν είναι; Εσύ είσαι η ειδική.

— Nikolaos, κλείσε το στόμα σου πριν σου ισιώσω τα δόντια, — είπα και στάθηκα μπροστά του. — Έξω από το διαμέρισμά μου. Τώρα.

— Δεν μπορείς, Ariadne μου, — κλαψούρισε η Kleopatra, κρυμμένη πίσω από τη φαρδιά πλάτη του άντρα της. — Ο Nikolaos είπε πως το τριάρι σου είναι τεράστιο, πως κάθεσαι εδώ μόνη σαν κουκουβάγια, κι εγώ γεννάω όπου να ’ναι. Δεν δικαιούμαι κι εγώ ανθρώπινες συνθήκες, οικογένεια είμαστε.

— Έχουμε και χαρτί, κυρά ιδιοκτήτρια, οπότε πάρε ανάσα. Θα μείνουμε καιρό.

Μπήκα στην κρεβατοκάμαρά μου και κλείδωσα την πόρτα σχεδόν πάνω στη μύτη του Nikolaos, που έβριζε απ’ έξω. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά, λες και είχε ανέβει στον λαιμό μου.

Άνοιξα το λάπτοπ, μπήκα στο gov.gr και περίμενα. Η σελίδα φόρτωνε βασανιστικά αργά, σαν να ήθελε να μου ξεριζώσει τα νεύρα ένα ένα. Επιτέλους, η οθόνη αναβόσβησε.

Στην ενότητα «Η κατοικία μου» φαινόταν μια ολοκαίνουργια ειδοποίηση από την Ελληνική Αστυνομία σχετικά με το τριάρι μου.

Ψίθυροι Ζωής