— Είστε καιρό παντρεμένοι; — ρώτησα, με τη φωνή μου να ακούγεται πιο σταθερή απ’ όσο ένιωθα.
Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
— Όχι, όχι ακόμη. Είμαστε αρραβωνιασμένοι. Απλώς δώσαμε το δαχτυλίδι για στένεμα, δεν πέτυχαν το νούμερο.
Για μια ανάσα, το δωμάτιο έμοιασε να γέρνει.
Ακούμπησα τα δάχτυλά μου στην πλάτη μιας καρέκλας και ανάγκασα το σώμα μου να μείνει όρθιο.
Εκείνη δεν αντιλήφθηκε τίποτα.
Προχώρησε προς την κρεβατοκάμαρα, μιλώντας αβίαστα για την ανακαίνιση, για την κουζίνα που σκόπευαν να φτιάξουν, για το ότι «ο Εμμανουήλ Παύλου θέλει περισσότερο φως και πιο ανοιχτούς χώρους». Πάνω στη συρταριέρα υπήρχε μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία.
Ο Εμμανουήλ Παύλου κι εκείνη.
Σε παραλία.
Μαυρισμένοι, γελαστοί, με τα μαλλιά τους ανακατεμένα από τον αέρα.
Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας φαινόταν η ημερομηνία.
Το προηγούμενο καλοκαίρι.
Ακριβώς τότε που εκείνος μου έλεγε πως για λίγες μέρες θα ήταν «εκτός επικοινωνίας λόγω επαγγελματικής εξόρμησης».
Κοίταζα την εικόνα, κι ό,τι είχε απομείνει ζωντανό μέσα μου πάγωσε οριστικά.
Από το μπάνιο ακούστηκε το κλικ της κλειδαριάς.
Ύστερα ο ήχος του ατμού.
Και μετά η φωνή του Εμμανουήλ Παύλου — χαλαρή, οικεία, γαλήνια:
— Αγάπη μου, μήπως είδες το…
Βγήκε.
Φορώντας μόνο μια πετσέτα.
Με είδε.
Και ακινητοποιήθηκε.
Κράτησε λιγότερο από δευτερόλεπτο. Σχεδόν δεν θα το πρόσεχε κανείς. Εγώ, όμως, πρόλαβα να τα δω όλα: το χρώμα που χάθηκε από το πρόσωπό του, τον φόβο που άστραψε στα μάτια του και αμέσως μετά κάτι άλλο, παγωμένο, γρήγορο, υπολογιστικό. Ήδη έψαχνε τι θα πει. Ήδη έστηνε καινούρια εκδοχή. Ήδη αποφάσιζε ποιον θα καλύψει και με ποιο ψέμα.
— Α, — είπε υπερβολικά γρήγορα. — Γύρισες νωρίτερα.
Η γυναίκα στράφηκε προς το μέρος του, χωρίς ακόμη να έχει καταλάβει.
— Αγάπη μου, γνωρίζεις τη μεσίτρια;
Έκλεισα αργά τον φάκελο που κρατούσα ακόμη στα χέρια μου και χαμογέλασα.
— Ναι, — απάντησα. — Γνωριζόμαστε πάρα πολύ καλά.
Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή κατάλαβα πως δεν έπρεπε να του επιτρέψω να μιλήσει πρώτος.
Ο Εμμανουήλ Παύλου άνοιξε το στόμα.
Σήκωσα το χέρι.
Χωρίς απότομη κίνηση.
Ήρεμα.
— Όχι. Τώρα θα μιλήσω εγώ.
Στα μάτια του πέρασε για πρώτη φορά κάτι περισσότερο από αμηχανία. Θυμός. Είχε καταλάβει πως το σενάριο του ξέφευγε. Δεν ήμουν πια η βολική σύζυγος στην οποία θα μπορούσε να ψελλίσει μια πρόχειρη δικαιολογία όσο εκείνη θα έκλαιγε. Είχα γίνει κίνδυνος.
Η γυναίκα κοίταζε πότε εμένα, πότε εκείνον.
— Τι συμβαίνει; — ρώτησε σιγανά.
Στράφηκα κατευθείαν προς το μέρος της.
— Με λένε Σοφία Σιδέρης. Και δεν είμαι μεσίτρια. Είμαι η γυναίκα του Εμμανουήλ Παύλου. Η νόμιμη. Δεκατρία χρόνια γάμου. Και αυτό το διαμέρισμα είναι δικό μου. Το κληρονόμησα από τη γιαγιά μου πριν καν παντρευτούμε.
Μετά από αυτά τα λόγια απλώθηκε τέτοια σιωπή, που άκουσα το νερό να στάζει στο μπάνιο.
Εκείνη χλώμιασε.
Αληθινά.
Ακόμη και τα χείλη της άσπρισαν.
— Όχι… — ψιθύρισε. — Όχι, μου είπε ότι έχετε χωρίσει εδώ και καιρό. Ότι τα χαρτιά έχουν ήδη κατατεθεί. Ότι μένει μόνο μια τυπική διαδικασία.
— Τα χαρτιά; — γύρισα προς τον Εμμανουήλ Παύλου. — Ποια ακριβώς χαρτιά;
Εκείνος προσπάθησε επιτέλους να συνέλθει.
— Σοφία Σιδέρης, μη στήνεις θέατρο. Θα σου εξηγήσω τα πάντα.
Γέλασα χαμηλά.
Χωρίς ίχνος χαράς.
— Θέατρο; Φέρνεις μια ξένη γυναίκα μέσα στο δικό μου σπίτι, τη ντύνεις με τη δική μου ρόμπα, της παρουσιάζεις το διαμέρισμά μου σαν να είναι δικό σας, ετοιμάζεις πώληση — κι εγώ στήνω θέατρο;
Έσφιξε τα δόντια.
Η γυναίκα έκανε ένα βήμα πίσω.
— Πώληση; — επανέλαβε. — Εμμανουήλ Παύλου, εσύ είπες πως το διαμέρισμα είναι δικό σου. Πως μετά τον γάμο θα το πουλήσουμε και θα αγοράσουμε σπίτι.
— Δέσποινα Οικονόμου, δώσε μου ένα λεπτό, — της πέταξε, χωρίς να την κοιτάξει.
Ώστε Δέσποινα Οικονόμου.
Το κράτησα μέσα μου.
— Όχι, — είπα. — Δεν θα πάρεις ούτε λεπτό παραπάνω.
Τον προσπέρασα και μπήκα στο γραφείο.
Εκείνος πετάχτηκε από πίσω μου.
— Σοφία Σιδέρης, σταμάτα.
Όμως ήξερα πια τι έπρεπε να ψάξω. Μία φράση της Δέσποινας Οικονόμου είχε ενώσει όλα τα κομμάτια: «Θα έρχονταν να δουν το διαμέρισμα». Τέτοια πράγματα δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Μια πώληση προετοιμάζεται. Και σχεδόν πάντα αφήνει ίχνη στο χαρτί.
Στο επάνω συρτάρι του γραφείου υπήρχε ένας μπλε φάκελος.
Τακτοποιημένος.
Υπερβολικά τακτοποιημένος.
Τον άνοιξα εκεί, στη μέση του δωματίου.
Και τότε το ένιωσα καθαρά.
