“Δεν αντέχω άλλο αυτό το πανηγύρι εδώ μέσα” — ανακοίνωσε ο Νικόλαος, αγνοώντας τη Δάφνη και τα παιδιά καθώς έφευγε για τη μητέρα του

Η ψεύτικη ησυχία ήταν δηλητηριώδης και απαίσια.
Ιστορίες

— Έφτιαξα την τσάντα μου. Θα μείνω για λίγο στη μητέρα μου. Δεν αντέχω άλλο αυτό το πανηγύρι εδώ μέσα, — ανακοίνωσε ο Νικόλαος Μακρής, χωρίς καν να ρίξει μια ματιά στη Δάφνη Αναγνωστοπούλου και στον Μάριο Παπακώστα, που είχαν παγώσει στο χολ.

Τα παιδιά στέκονταν ακόμη με τις σχολικές τους τσάντες στους ώμους, μόλις είχαν γυρίσει από το σχολείο, και για πρώτη φορά άκουγαν τον πατέρα τους να μην τα αποκαλεί παιδιά του, αλλά εμπόδιο στην προσωπική του ησυχία. Η λέξη «πανηγύρι» έμεινε να αιωρείται στην είσοδο του σπιτιού βαριά, κουφή, κολλώδης, σαν σιρόπι που έχει χυθεί πάνω στο πλαστικό πάτωμα.

Ο Νικόλαος στεκόταν στη μέση του διαδρόμου, κρατώντας χαμηλά δίπλα στο πόδι του έναν φουσκωμένο αθλητικό σάκο, λες και κουβαλούσε εκεί μέσα την πνιγμένη του συνείδηση.

Στην πραγματικότητα, τους τελευταίους μήνες ο άντρας μου κουραζόταν με τρόπο πολύ επιλεκτικό. Για να βουλιάζει τον καναπέ ώσπου να μοιάζει με αιώρα, δυνάμεις είχε άφθονες. Για να ξεφυλλίζει ατελείωτα τις ειδήσεις στο κινητό, επίσης.

Για καβγάδες στο διαδίκτυο με άγνωστους συναδέλφους σχετικά με το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας, η ενέργειά του ξεχείλιζε. Όταν όμως χρειαζόταν να ελέγξει στον Μάριο μια άσκηση με την ταχύτητα δύο τρένων ή να ακούσει τη Δάφνη να του μιλά για το μάθημα χορού, τότε ο «κουβαλητής» του σπιτιού πάθαινε ξαφνική διακοπή ρεύματος. Φορούσε την κούρασή του σαν βαριά κορόνα και απαιτούσε όλοι να ανοίγουν δρόμο μπροστά του, να μιλούν ψιθυριστά και το φαγητό να σερβίρεται ακριβώς στην ώρα του.

— Χάρηκα πολύ, μεγαλειότατε, — είπα ήρεμα, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος. Δεν είχα καμία πρόθεση να στήσω σκηνή. — Μόνο μην ξεχάσεις το τρυπάνι.

Ο Νικόλαος ανοιγόκλεισε τα μάτια. Προφανώς περίμενε πως θα έπεφτα στον λαιμό του, θα του άρπαζα την τσάντα και θα ορκιζόμουν ότι από εδώ και πέρα τα παιδιά θα περπατούν στην τρίχα, ενώ εγώ δεν θα τολμήσω ξανά να του ζητήσω να βγάλει τα σκουπίδια.

— Είναι μεγάλα πια, — πέταξε, φορώντας το μπουφάν του και ντύνοντας τη φυγή του με δικαιολογίες. — Δεν θα πάθουν τίποτα αν μείνουν δυο μέρες χωρίς πατέρα. Κι εγώ δεν είμαι από σίδερο.

— Φυσικά και δεν είσαι από σίδερο, — συμφώνησα με ένα νεύμα. — Σιδερένιος σ’ αυτό το σπίτι είναι μόνο ο παλιός υπολογιστής κάτω από το τραπέζι.

Ψίθυροι Ζωής