“Το σπίτι δίπλα στη θάλασσα είναι πλέον οικογενειακό μας καταφύγιο” είπε η πεθερά, και η Ιωάννα έμεινε ακίνητη με το φλιτζάνι στα χέρια

Απάνθρωπη κτητικότητα κλέβει το ονειρικό μου καταφύγιο.
Ιστορίες

— Σε μία εβδομάδα θα έρθει η αδελφή μου με τον άντρα της, και μαζί τους οι ανιψιοί με τις οικογένειές τους. Τους ενημέρωσα ήδη όλους πως το σπίτι δίπλα στη θάλασσα είναι πλέον οικογενειακό μας καταφύγιο, — ανακοίνωσε η πεθερά, τακτοποιώντας τα πράγματά της στην ντουλάπα της κύριας κρεβατοκάμαρας.

Η Ιωάννα Οικονόμου έμεινε ακίνητη, κρατώντας το φλιτζάνι στα χέρια. Ο πρωινός καφές της ξαφνικά της φάνηκε πικρός.

— Συγγνώμη… τι εννοείτε «θα έρθουν»;

— Οκτώ άτομα είναι όλα κι όλα. Μην αγχώνεσαι, κάπως θα χωρέσουμε. Τα παιδιά έχουν ανάγκη από θαλασσινό αέρα.

Η Ιωάννα την κοιτούσε αποσβολωμένη. Μόλις έναν χρόνο πριν, η ίδια γυναίκα αποκαλούσε εκείνο το σπίτι ερείπιο και κορόιδευε κάθε της προσπάθεια να το σώσει. Τώρα, με ύφος ανθρώπου που εγκαθίσταται στο δικό του διαμέρισμα, άλλαζε θέση στα φορέματά της και άδειαζε βαλίτσες. Πάνω στο κρεβάτι είχαν απλωθεί τα νεσεσέρ της, ενώ στο κομοδίνο είχε ήδη προλάβει να βάλει μια κορνίζα με φωτογραφία των εγγονιών της. Το φως του ήλιου περνούσε από τα καινούρια παράθυρα, για τα οποία η Ιωάννα είχε ξοδέψει τις τελευταίες της οικονομίες. Στον αέρα ανακατευόταν η μυρωδιά της θάλασσας με το άρωμα από τις τριανταφυλλιές που είχε φυτέψει μόνη της την άνοιξη.

Το παλιό παραθαλάσσιο σπιτάκι ανήκε στη γιαγιά της Ιωάννας. Μετά τον θάνατό της, συγγενείς μακρινοί, άνθρωποι που η οικογένεια είχε να δει χρόνια, εμφανίστηκαν ξαφνικά και άρχισαν να διεκδικούν την κληρονομιά.

— Ούτε στην κηδεία δεν πάτησαν, — έλεγε τότε αγανακτισμένη η Ιωάννα στον άντρα της. — Και τώρα θυμήθηκαν, τάχα, τους οικογενειακούς δεσμούς!

— Μήπως να τους το παραχωρούσαμε; — είχε ψελλίσει προσεκτικά ο Δημήτριος Οικονόμου. — Θα φας την ψυχή σου με όλα αυτά…

Η δικαστική διαμάχη κράτησε σχεδόν δύο χρόνια. Η Ιωάννα μάζευε χαρτιά, πήγαινε σε ακροάσεις, πλήρωνε δικηγόρους και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, άκουγε συνεχώς ειρωνείες.

Η πεθερά της, μάλιστα, δεν έχανε ευκαιρία.

— Άσ’ το πια αυτό το χαμόσπιτο. Σε λίγο θα πέσει μόνο του, — της έλεγε στα κυριακάτικα τραπέζια.

— Είναι ανάμνηση της γιαγιάς μου, — προσπαθούσε να εξηγήσει η Ιωάννα.

— Οι αναμνήσεις μπαίνουν και σε άλμπουμ. Καλύτερα να παίρνατε ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα.

— Μαμά, είναι δική μας απόφαση, — παρενέβαινε ο Δημήτριος, αν και η φωνή του δεν ακουγόταν ιδιαίτερα σταθερή.

— Μόνο λεφτά στους δικηγόρους πετάς. Πόσα έδωσες μέχρι τώρα; Πεντακόσια ευρώ; Χίλια;

Ακόμη και μερικοί συγγενείς από την πλευρά του Δημητρίου θεωρούσαν την Ιωάννα πεισματάρα και φιλάργυρη. Σε κάθε οικογενειακή συγκέντρωση ακουγόταν κι ένα πικρόχολο σχόλιο για το «στοιχειωμένο σπιτάκι» ή για τα «παλάτια στον αέρα» που, δήθεν, ονειρευόταν.

Κι όμως, στο τέλος εκείνη κέρδισε τη δίκη.

Όταν ολοκληρώθηκαν τα χαρτιά και η ιδιοκτησία πέρασε στα χέρια της, η Ιωάννα πήγε μαζί με τον άντρα της να δουν από κοντά την κληρονομιά. Το σπίτι ήταν παραμελημένο, όμως οι τοίχοι του στέκονταν γερά. Από τα παράθυρα ανοιγόταν μπροστά τους μια θέα που έκανε και τους δύο να σωπάσουν.

Ψίθυροι Ζωής