— Ειρήνη Παναγιωτίδη, υπέγραψε τώρα. Σε είκοσι λεπτά αρχίζει η τελετή.
Στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη, στο μικρό δωμάτιο που προοριζόταν για τις νύφες. Μύριζε λακ, ξένα αρώματα και φρέσκα τριαντάφυλλα. Έξω, η καλοκαιρινή βροχή του Ιουλίου χτυπούσε τα τζάμια και άφηνε λεπτές γραμμές πάνω στο γυαλί. Στο περβάζι είχαν μείνει δύο καρφίτσες, που όλο προσπαθούσα να στερεώσω στο πέπλο μου και όλο δεν τα κατάφερνα.
Η Στυλιανή Καραγιάννης μου πρότεινε ένα φύλλο χαρτί. Ήταν λευκό, χοντρό, με τη μία γωνία διπλωμένη προσεκτικά. Στο άλλο της χέρι κρατούσε ένα στυλό με χρυσό καπάκι.
— Τι είναι αυτό; ρώτησα.
Χαμογέλασε όπως χαμογελούν οι πωλητές όταν ξέρουν πως το εμπόρευμα έχει ελάττωμα, αλλά ο πελάτης είναι ήδη ένα βήμα πριν πει το ναι.

— Μια απλή οικογενειακή συμφωνία. Ο Γιώργος Καρακόστας σού τα έχει εξηγήσει.
Ο Γιώργος Καρακόστας στεκόταν δίπλα στην πόρτα, με σκούρο μπλε κοστούμι. Ήταν όμορφος, καλοξυρισμένος, με μια μπουτονιέρα στο πέτο. Εγώ η ίδια του την είχα καρφιτσώσει το πρωί, γελώντας πως φοβόταν περισσότερο μην τρυπηθεί παρά τον ίδιο τον γάμο.
Τώρα δεν γελούσε καθόλου.
— Ειρήνη Παναγιωτίδη, μη μου αρχίζεις τώρα, είπε. Τα έχουμε κουβεντιάσει.
— Είχαμε πει ότι μετά τον γάμο θα μετακομίσεις στο σπίτι μου, απάντησα. Και ότι κανείς δεν θα προσβάλει τη μητέρα σου. Τα υπόλοιπα, απ’ ό,τι φαίνεται, τα συζήτησες χωρίς εμένα.
Η Στυλιανή Καραγιάννης ανασήκωσε ελαφρά τα φρύδια.
— Τι απότομος τρόπος. Γιώργο Καρακώστα, σου το είχα πει. Έπρεπε να το θέσεις καθαρά από νωρίτερα.
Ακούμπησε το χαρτί στο τραπεζάκι, δίπλα στο κουτί με τις βέρες. Δεν έμοιαζε καν με κανονικό έγγραφο δικηγόρου. Περισσότερο με λουρί, που είχαν σκοπό να μου περάσουν στον λαιμό λίγα λεπτά πριν από την τελετή. Το νόημα χωρούσε σε μερικές γραμμές: μετά τον γάμο θα πουλούσα το διαμέρισμά μου και τα χρήματα θα πήγαιναν για την αγορά ενός μεγαλύτερου σπιτιού για τη «νέα μας οικογένεια». Το ακίνητο, όμως, θα γραφόταν στο όνομα του Γιώργου Καρακόστας. Το γιατί δεν εξηγούνταν. Προφανώς θεωρούσαν πως έπρεπε να νιώσω και ευγνωμοσύνη.
Κοίταξα το είδωλό μου. Το λευκό φόρεμα έπεφτε πάνω μου άψογα. Και πώς να μην έπεφτε; Το είχα ράψει μόνη μου, νύχτες ολόκληρες, όταν στο ατελιέ σταματούσαν επιτέλους οι μηχανές και μπορούσα να ασχοληθώ λίγο με τον εαυτό μου. Τη δαντέλα στα μανίκια την έψαχνα τρεις εβδομάδες. Τη μέση την ξήλωσα και την ξαναέφτιαξα δύο φορές. Πάνω σ’ εκείνο το φόρεμα τίποτα δεν είχε αφεθεί στην τύχη.
Εκτός, όπως αποδεικνυόταν, από τον γαμπρό.
— Το διαμέρισμα το αγόρασα πριν γνωρίσω τον Γιώργο Καρακόστας, είπα. Και δεν σκοπεύω να το πουλήσω.
Εκείνος ξεκόλλησε από την πόρτα και πλησίασε.
— Ειρήνη Παναγιωτίδη, φτάνει πια με αυτούς τους τοίχους. Ένα μικρό δυάρι είναι. Θα στριμωχνόμαστε εκεί όλη μας τη ζωή;
— Δεν έχω αντίρρηση να πάρουμε μεγαλύτερο σπίτι. Έχω αντίρρηση να πουληθεί το δικό μου, να γραφτεί κάτι στο όνομά σου και όλα αυτά να γίνουν με υπαγόρευση της μητέρας σου.
— Η μαμά θέλει το καλό μας.
— Το καλό τίνος;
Η Στυλιανή Καραγιάννης αναστέναξε.
— Όλων. Τα πόδια μου με πονούν, μου είναι δύσκολο να μένω μόνη. Ο Γιώργος Καρακόστας είναι μοναχογιός. Εσύ, ως γυναίκα του, οφείλεις να σκέφτεσαι πιο πλατιά, όχι μόνο τις κλωστές σου, τα πανιά σου και το σκαμνάκι σου δίπλα στο παράθυρο.
«Σκαμνάκι δίπλα στο παράθυρο» αποκαλούσε τη γωνιά όπου δούλευα. Εκεί βρισκόταν η παλιά ραπτομηχανή μου, βαριά, μαντεμένια, που την είχα αποκτήσει μαζί με την πρώτη μου αληθινή παραγγελία από την ιδιοκτήτρια ενός ατελιέ που έκλεινε. Μ’ εκείνη τη μηχανή κόνταινα ξένα παλτά, έραβα σχολικές ποδιές, διόρθωνα φορέματα αγορασμένα βιαστικά και αποτυχημένα. Ύστερα, σιγά σιγά, μάζεψα την προκαταβολή και πήρα εκείνο το διαμέρισμα.
Μικρό. Πεισματάρικο. Δικό μου.
Ο Γιώργος Καρακόστας τα ήξερε όλα αυτά. Κάποτε μάλιστα μου είχε πει:
— Μ’ αρέσει που τα καταφέρνεις όλα μόνη σου. Μαζί σου δεν φοβάμαι.
Τελικά δεν φοβόταν επειδή ήταν δίπλα μου. Δεν φοβόταν επειδή θα στηριζόταν σε μένα.
— Δεν πρόκειται να υπογράψω τίποτα, είπα.
Το χαμόγελο έσβησε αμέσως από το πρόσωπο της Στυλιανής Καραγιάννης.
— Τότε προς τι όλη αυτή η παράσταση;
— Ποια παράσταση;
— Το άσπρο φόρεμα, οι καλεσμένοι, το εστιατόριο. Θέλεις να μπεις σε μια οικογένεια χωρίς να προσφέρεις τίποτα;
Γύρισα και κοίταξα τον Γιώργο Καρακόστας. Περίμενα έστω να πει: «Μαμά, αρκετά». Ή απλώς να της πάρει το χαρτί από τα χέρια.
Δεν είπε λέξη.
Πίσω από την πόρτα ακούστηκαν βήματα, ένα γέλιο, το κουδούνισμα ποτηριών. Μάλλον είχαν ήδη αρχίσει να σερβίρουν σαμπάνια στους καλεσμένους. Η φίλη μου, η Αγγελική Σπυροπούλου, μου έστειλε μήνυμα: «Πού είσαι; Η ληξίαρχος έχει αγχωθεί». Δεν απάντησα. Το κινητό μου ήταν ακουμπισμένο δίπλα στο μπουκέτο με τις λευκές παιώνιες, που ξαφνικά μου φάνηκαν σαν κεφάλια λάχανου.
— Γιώργο Καρακώστα, είπα χαμηλόφωνα. Ήξερες γι’ αυτό το χαρτί;
Εκείνος ίσιωσε τη μανσέτα του.
— Γιατί κολλάς στις λέξεις; Ένα χαρτί είναι, για να είναι όλοι ήσυχοι. Μετά μπορεί να αλλάξεις γνώμη, να αρχίσεις τις καθυστερήσεις. Κι εμείς έχουμε ήδη συμφωνήσει με κάποιους ανθρώπους.
— Με ποιους ανθρώπους;
Η Στυλιανή Καραγιάννης έριξε γρήγορα μια ματιά στον γιο της. Και τότε ήταν η πρώτη φορά που φοβήθηκα πραγματικά. Όχι το χαρτί. Ούτε τη συζήτηση. Φοβήθηκα επειδή κατάλαβα πως υπήρχε ήδη απάντηση, και θα ήταν χειρότερη απ’ όσο μπορούσα να φανταστώ.
