“Καλησπέρα, Δήμητρα. Δεν με περίμενες, φαντάζομαι” — είπε η Βασιλική εισβάλλοντας στο διαμέρισμα έξι μήνες μετά το διαζύγιο

Πολύ άδικο, σπαρακτικά ψυχρό και απειλητικό.
Ιστορίες

Το βράδυ έδειχνε πως θα κυλούσε ήσυχα. Έξω από το παράθυρο έπεφτε εκείνη η ψιλή, επίμονη βροχή του Οκτώβρη, χτυπώντας μονότονα το μεταλλικό περβάζι. Μέσα στο διαμέρισμα απλωνόταν η μυρωδιά από ψητό κοτόπουλο και φρεσκοκομμένο ψωμί. Η Δήμητρα καθόταν στο τραπέζι δίπλα στην επτάχρονη κόρη της και έλεγχε τις ασκήσεις των μαθηματικών. Η Ελένη σχημάτιζε προσεκτικά τους αριθμούς στο τετράδιο και πότε πότε ζάρωνε αστεία το μέτωπό της, ακριβώς όπως ο πατέρας της. Η Δήμητρα πρόλαβε να το σκεφτεί και αμέσως έδιωξε τη σκέψη από το μυαλό της. Δεν ήθελε να θυμάται.

Το κουδούνι χτύπησε απότομα, απαιτητικά. Όχι μία φορά, αλλά με ένα παρατεταμένο, επίμονο κουδούνισμα, που για κάποιον ανεξήγητο λόγο έκανε το στομάχι της να σφιχτεί. Πλησίασε, κοίταξε από το ματάκι της πόρτας και πάγωσε.

Στο κατώφλι στεκόταν η Βασιλική. Η πρώην πεθερά της.

Στα χέρια κρατούσε μια μεγάλη γυαλιστερή τσάντα και μια ομπρέλα, την οποία δεν είχε μπει καν στον κόπο να κλείσει μέσα στην πολυκατοικία. Από τις άκρες της έσταζαν νερά, αφήνοντας υγρές γραμμές στο τσιμεντένιο πάτωμα.

Η Δήμητρα δίστασε για μια στιγμή. Έπειτα άνοιξε. Περισσότερο από περιέργεια παρά από ευγένεια. Τι διάβολος την έφερε στο σπίτι της, έξι μήνες μετά το διαζύγιο;

Η Βασιλική μπήκε στο χωλ με τον αέρα ανθρώπου που μπαίνει στο δικό του σπίτι. Μύριζε ακριβό άρωμα, βαρύ, με μια πικρή νότα, ανακατεμένο με υγρασία. Έριξε μια γρήγορη ματιά στον διάδρομο, στάθηκε για λίγο στα παιδικά μποτάκια και, σφίγγοντας τα χείλη, είπε:

— Καλησπέρα, Δήμητρα. Δεν με περίμενες, φαντάζομαι.

— Όχι, δεν σας περίμενα, — απάντησε ξερά η Δήμητρα, χωρίς να μετακινηθεί από τη θέση της. — Συνέβη κάτι;

Η Βασιλική αναστέναξε βαριά, σαν να ετοιμαζόταν να ανακοινώσει κάποιο μεγάλο δυστύχημα, και προχώρησε στο σαλόνι χωρίς πρόσκληση. Άφησε την τσάντα στο πάτωμα και κάθισε στον καναπέ, ισιώνοντας τη φούστα της. Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα από το τετράδιο και κοίταξε τη γιαγιά της με απορία. Εδώ και μισό χρόνο εκείνη δεν είχε τηλεφωνήσει ούτε μία φορά.

— Ελένη, αγάπη μου, πήγαινε λίγο στο δωμάτιό σου, — της είπε η Δήμητρα, προσπαθώντας να κρατήσει σταθερή τη φωνή της. — Πρέπει να μιλήσουμε με τη γιαγιά.

Το κορίτσι μάζεψε υπάκουα τα τετράδιά του και βγήκε, κλείνοντας καλά την πόρτα πίσω του. Η Βασιλική την ακολούθησε με το βλέμμα και, χωρίς να χάσει χρόνο σε εισαγωγές, άπλωσε πάνω στο τραπέζι μια στοίβα από χαρτιά.

— Ήρθα για σοβαρό ζήτημα, Δημητρούλα, — άρχισε σχεδόν γλυκά. — Συγχώρεσέ με που εμφανίστηκα έτσι, χωρίς να σε πάρω πρώτα. Αλλά η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο.

Η Δήμητρα δεν απάντησε. Περίμενε να ακούσει τη συνέχεια.

— Ο Γεώργιος μας έχει μπλέξει σε δύσκολη περίοδο. Τα χρήματα δεν του φτάνουν. Η Αγγελική, ξέρεις τώρα, είναι νέα κοπέλα, έχει απαιτήσεις. Μια θέλει το ένα, μια το άλλο. Νοικιάζουν και καλό σπίτι. Επιπλέον, ο Γεώργιος κουβαλάει ακόμα δάνειο από την εποχή που ήσασταν μαζί. Έχει και το αυτοκίνητο να πληρώνει. Με λίγα λόγια, αυτόν τον μήνα δεν θα μπορέσει να σου στείλει τη διατροφή. Θα πρέπει να δείξεις λίγη κατανόηση.

Η Δήμητρα ανοιγόκλεισε τα μάτια. Ύστερα ρώτησε αργά:

— Τι είπατε;

Η Βασιλική γύρισε τα μάτια προς τα πάνω, λες και μιλούσε σε παιδί που δεν καταλάβαινε τα αυτονόητα.

— Τι “τι είπατε”; Δεν είσαι κουφή. Σου λέω ότι αυτόν τον μήνα δεν θα υπάρξει διατροφή. Ο Γεώργιος περνάει δύσκολα. Η Αγγελική χρειάζεται γούνα. Έρχεται χειμώνας. Και στο κάτω κάτω, το παιδί μου ζει με τη νέα του γυναίκα, χτίζει καινούρια οικογένεια. Αυτοί τα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη τώρα. Εσύ είσαι ώριμη γυναίκα, ανεξάρτητη. Δουλεύεις. Έναν μήνα θα τα καταφέρεις χωρίς τα ψιχουλάκια του.

Κάτι μέσα στη Δήμητρα κόπηκε απότομα και αμέσως μετά ανέβηκε μέσα της ένα καυτό κύμα οργής. Κοιτούσε αυτή τη μεγαλύτερη γυναίκα, με το προσεγμένο χτένισμα και τα χρυσά σκουλαρίκια, και δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Ο Γεώργιος είχε φύγει για την ερωμένη του. Την είχε αφήσει μόνη με ένα παιδί. Εδώ και έξι μήνες εκείνη σήκωνε μόνη της την κόρη, τη δουλειά, το σπίτι. Και τώρα η μητέρα του, που δεν είχε προσφέρει ούτε ένα ευρώ, ούτε μια ζεστή κουβέντα, ερχόταν να της ζητήσει να παραιτηθεί από τη διατροφή για να αγοραστεί γούνα στη νέα σύζυγο;

— Κυρία Βασιλική, ακούτε τι λέτε; — Η φωνή της Δήμητρας βγήκε χαμηλή, μα μέσα της ακούστηκε ήδη ατσάλι. — Ο γιος σας έφυγε για μια νεότερη; Τότε σε εκείνη να πάτε για χρήματα. Σε μένα όχι.

Η πρώην πεθερά κοκκίνισε. Η συνηθισμένη μάσκα καλοσύνης έπεσε μέσα σε ένα δευτερόλεπτο. Έσκυψε μπροστά και σχεδόν έφτυσε τις λέξεις:

— Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι; Εγώ ήρθα σε εσένα σαν να ήσουν δικός μου άνθρωπος. Πίστεψα πως θα καταλάβεις, πως θα συμπονέσεις. Αλλά εσύ! Πάντα σκληρή ήσουν, Δήμητρα. Καλά έκανε ο Γεώργιος και σε άφησε. Μαζί σου άνθρωπος δεν μπορεί να συνεννοηθεί. Φίδι!

— Τελειώσατε; — Η Δήμητρα έδειξε με το κεφάλι την πόρτα. — Τότε φύγετε. Και πάρτε μαζί σας τα χαρτιά σας.

Η Βασιλική πετάχτηκε από τον καναπέ, άρπαξε την τσάντα της και βγήκε στον διάδρομο με θόρυβο. Μπροστά στην εξώπορτα γύρισε και πέταξε:

— Θα το μετανιώσεις! Νομίζεις πως δεν ξέρω πώς να σε στριμώξω; Θα κλάψεις ακόμα, κοριτσάκι μου!

Το βρόντημα της πόρτας ακούστηκε σαν πυροβολισμός. Η Δήμητρα ακούμπησε στον τοίχο και έκλεισε τα μάτια. Η καρδιά της χτυπούσε κάπου ψηλά, στον λαιμό. Από το δωμάτιο βγήκε αθόρυβα η Ελένη. Δεν ρώτησε τίποτα. Απλώς αγκάλιασε τη μητέρα της από τη μέση και κόλλησε το μάγουλό της πάνω της. Η Δήμητρα της χάιδεψε τα μαλλιά και ψιθύρισε:

— Μη φοβάσαι, λαγουδάκι μου. Θα τα βγάλουμε πέρα.

Εκείνη τη νύχτα η Δήμητρα άργησε πολύ να κοιμηθεί. Ξαπλωμένη στο σκοτάδι, άφηνε τις αναμνήσεις να γυρίζουν ξανά και ξανά. Επτά χρόνια γάμου, τα οποία η Βασιλική είχε μετατρέψει μεθοδικά, βήμα βήμα, σε εφιάλτη.

Στην αρχή όλα ήταν λίγο-πολύ υποφερτά. Η πεθερά ερχόταν συχνά στο σπίτι τους, αλλά τουλάχιστον ειδοποιούσε πριν εμφανιστεί. Έπειτα άρχισαν τα τηλεφωνήματα στον Γεώργιο, με απαίτηση να δίνει λογαριασμό για κάθε αγορά. Η Βασιλική ήθελε φωτογραφίες από τις αποδείξεις. Έπρεπε, λέει, να ξέρει πού ξόδευε η Δήμητρα τα χρήματα του γιου της.

— Σε γδύνει, — σφύριζε η πεθερά μέσα από το ακουστικό, κι ο Γεώργιος κουνούσε υπάκουα το κεφάλι, ξεχνώντας πως η Δήμητρα εργαζόταν όσο κι εκείνος και έβαζε στον οικογενειακό προϋπολογισμό τουλάχιστον τα ίδια.

Όταν γεννήθηκε η Ελένη, τα πράγματα χειροτέρεψαν. Η Βασιλική βρήκε αφορμή να κατακρίνει τα πάντα: τον τρόπο που τάιζε το μωρό, τις πάνες, το χρώμα του καροτσιού, ακόμη και το όνομα του παιδιού. Επέμενε να βαφτιστεί το κορίτσι Βασιλική. Τότε η Δήμητρα, για πρώτη φορά, έδειξε πείσμα και δεν έκανε πίσω με τίποτα. Το όνομα το είχαν διαλέξει μαζί με τον Γεώργιο. Εκείνον τον καιρό εκείνος μπορούσε ακόμη να παίρνει δικές του αποφάσεις.

Η πεθερά δεν της το συγχώρεσε. Από τότε άρχισε συστηματικά να στρέφει τον γιο της εναντίον της γυναίκας του.

— Κοίτα την. Μετά τη γέννα αφέθηκε τελείως. Κυκλοφορεί με μια παλιά ρόμπα. Τι της βρήκες; Κάποτε, τουλάχιστον, ήταν εμφανίσιμη.

— Γιατί κάθεται σπίτι; Επειδή είναι με το παιδί; Σιγά τη δουλειά. Εσύ σκοτώνεσαι στη δουλειά κι εκείνη βάφει τα νύχια της.

— Σε απατάει. Χθες την είδα στην είσοδο να μιλάει με έναν άντρα και να χαμογελάει. Σίγουρα σε απατάει.

Η Δήμητρα μάθαινε για αυτές τις συζητήσεις τυχαία. Ο Γεώργιος ξεσπούσε, φώναζε και ύστερα, όταν ηρεμούσε, της μετέφερε τις “αλήθειες” της μητέρας του. Το χειρότερο ήταν πως τις πίστευε και ο ίδιος. Η Βασιλική ήξερε να δηλητηριάζει το μυαλό με πραγματική δεξιοτεχνία.

Το τέλος ήρθε τον Απρίλιο. Ο Γεώργιος γύρισε αργά στο σπίτι και πάνω του υπήρχε μυρωδιά από ξένο γυναικείο άρωμα. Η Δήμητρα δεν είπε τίποτα. Μια εβδομάδα αργότερα εκείνος της το ανακοίνωσε καθαρά:

— Γνώρισα άλλη. Την Αγγελική. Αγαπιόμαστε. Θα ζητήσω διαζύγιο.

Τότε η Δήμητρα έμεινε άφωνη. Στεκόταν απλώς στην κουζίνα και κοιτούσε ένα σημείο στον τοίχο. Ο Γεώργιος άλλαζε βάρος από το ένα πόδι στο άλλο και πρόσθετε:

— Η μαμά λέει πως πρέπει να χωρίσουμε πολιτισμένα. Χωρίς σκηνές. Δεν θα σταθείς εμπόδιο στην ευτυχία μου, έτσι; Άλλωστε, κι εσύ φταις. Δεν κατάφερες να κρατήσεις την οικογένεια.

Έτσι απλά. Δεν κατάφερε να κρατήσει την οικογένεια. Έναν μήνα μετά είχαν ήδη χωρίσει. Την κοινή τους ζωή τη μοίρασαν “δίκαια”: σε εκείνον έμεινε η καινούρια αρχή, σε εκείνη το παλιό διαμέρισμα και η κόρη τους.

Το επόμενο πρωί, μετά την επίσκεψη της πρώην πεθεράς της, η Δήμητρα τηλεφώνησε στον μοναδικό άνθρωπο που εμπιστευόταν πραγματικά. Η Ειρήνη, φίλη της από το πανεπιστήμιο, εργαζόταν ως δικηγόρος σε οικογενειακές υποθέσεις. Συναντήθηκαν σε ένα μικρό καφέ, κοντά στο γραφείο της Ειρήνης.

Η Ειρήνη την άκουγε ανακατεύοντας τον καπουτσίνο της, και τα φρύδια της ανέβαιναν όλο και πιο ψηλά με κάθε λεπτομέρεια. Όταν η Δήμητρα τελείωσε και πήρε ανάσα, η φίλη της σφύριξε χαμηλά.

— Τι παράσταση ήταν αυτή… Δέκα χρόνια κάνω αυτή τη δουλειά και έχω ακούσει πολλά, αλλά πεθερά να πηγαίνει στην πρώην νύφη και να ζητάει να μη δοθεί διατροφή στο παιδί, για να αγοραστεί γούνα στην ερωμένη… Αυτό είναι καινούριο είδος. Καθαρή τέχνη.

— Τι να κάνω; — ρώτησε σιγανά η Δήμητρα. — Δεν αντέχω άλλους εξευτελισμούς. Με απείλησε. Είπε πως θα βρει τρόπο να με βάλει στη θέση μου.

Η Ειρήνη έσπρωξε το φλιτζάνι στην άκρη και κοίταξε τη φίλη της σοβαρά.

— Θέλω να θυμάσαι κάτι πολύ απλό. Η Βασιλική για εσένα, νομικά, δεν είναι τίποτα. Απολύτως τίποτα. Δεν έχει κανένα δικαίωμα να απαιτεί, καμία βάση για παράπονα, καμία εξουσία πάνω σου. Τη διατροφή την οφείλει ο πρώην άντρας σου. Μόνο εκείνος. Αν δεν πληρώσει, είναι δικό του χρέος, όχι δικό σου πρόβλημα. Εσύ εδώ είσαι η πλευρά που ζημιώνεται. Το παιδί έχει δικαίωμα να συντηρείται και από τους δύο γονείς. Τελεία.

— Και αν όντως δεν πληρώσει;

Η Ειρήνη χαμογέλασε ειρωνικά.

— Υπάρχουν αρκετοί δρόμοι. Πρώτος: δικαστική εκτέλεση. Κινείς τη διαδικασία και μπορούν να δεσμευτούν οι λογαριασμοί του. Όλοι. Μέχρι τελευταίου ευρώ. Δεύτερος: προσαυξήσεις για καθυστέρηση. Για κάθε μέρα που περνάει, το ποσό μεγαλώνει. Σε έξι μήνες το χρέος μπορεί να φουσκώσει πολλαπλάσια. Τρίτος: διοικητικές κυρώσεις. Τέταρτος: ποινικές συνέπειες. Αν αρχίσει να αποφεύγει συστηματικά την υποχρέωσή του, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με τις σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Εκεί υπάρχουν από κοινωφελής εργασία μέχρι και κράτηση.

— Ποινικές συνέπειες; — Η Δήμητρα κούνησε δύσπιστα το κεφάλι. — Γίνεται στ’ αλήθεια;

— Και βέβαια γίνεται. Μόνο τον τελευταίο χρόνο είχα τρεις τέτοιες υποθέσεις. Και οι τρεις έτρεξαν στο μηχάνημα ανάληψης πιο γρήγορα απ’ όσο πρόλαβα εγώ να τελειώσω τον πρωινό μου καφέ. Κανείς δεν θέλει ποινικό μητρώο. Ειδικά τύποι σαν τον Γεώργιο. Οι μαμάκηδες με χειροπέδες δείχνουν ιδιαίτερα αξιολύπητοι.

Ψίθυροι Ζωής