— Δημήτριε Ανδρέου, μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί στην αγγελία γράφει «απευθείας από ιδιοκτήτη», αφού η ιδιοκτήτρια είμαι εγώ;
Στεκόταν στο κατώφλι της δικής μου γκαρσονιέρας, σε έναν ήσυχο, άχρωμο δρόμο μιας συνηθισμένης συνοικίας, με ένα χαμόγελο που έλεγε πως περίμενε ευγενικούς αγοραστές και του παρουσιάστηκε ξαφνικά η εφορία μαζί με τον αστυνομικό της γειτονιάς. Δεν του έσβησε αμέσως από το πρόσωπο. Πρώτα τρεμόπαιξε η αριστερή άκρη των χειλιών του, ύστερα άδειασε το βλέμμα του και στο τέλος ανοιγόκλεισε τα μάτια σαν να μην καταλάβαινε τι έβλεπε.
— Μαρία… τι κάνεις εσύ εδώ;
— Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Στο δικό μου διαμέρισμα. Με το δικό μου κλειδί. Αφού δημοσιεύτηκε αγγελία για την πώληση του δικού μου σπιτιού. Δημήτρη, αλήθεια, είναι αξιοσημείωτη απορία. Θέλεις να με ρωτήσεις και ποιος μου άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας;
— Περίμενε, το έχεις πάρει λάθος.

— Διάβασα καθαρά: «Πωλείται ζεστή και περιποιημένη γκαρσονιέρα, πρόσφατα φρεσκαρισμένη. Ένας ενήλικος ιδιοκτήτης. Άμεση ολοκλήρωση συναλλαγής». Και από κάτω, το δικό σου τηλέφωνο. Ποιο ακριβώς σημείο παρερμήνευσα; Τη λέξη «ζεστή»;
Έριξε μια ματιά προς το δωμάτιο, λες και μέσα καθόταν κάποιος δικηγόρος έτοιμος να βγει και να τα εξηγήσει όλα με κανονικές, ανθρώπινες κουβέντες. Μόνο που εκεί δεν υπήρχε κανείς. Υπήρχε το καινούριο λινόλεουμ, οι ανοιχτόχρωμες ταπετσαρίες, ένα φτηνό τραπέζι σκανδιναβικού τύπου που είχαν αφήσει οι προηγούμενοι νοικάρηδες και η μυρωδιά από ένα αποσμητικό χώρου «θαλασσινή αύρα», το οποίο για κάποιον ανεξήγητο λόγο μύριζε πάντα σαν διάδρομος νοσοκομείου.
— Σκόπευα να σου μιλήσω, είπε χαμηλά.
— Μετά την πρώτη προκαταβολή;
— Μη σαρκάζεις.
— Και πώς ακριβώς να σου μιλήσω; Τρυφερά; «Δημητράκη μου, αγάπη μου, γιατί έβγαλες προς πώληση το διαμέρισμα που μου άφησε η θεία Αγγελική Καραγιάννη, εκεί όπου νομικά έχεις τόσα δικαιώματα όσα κι ο θυρωρός Ιωάννης Παύλου από την απέναντι αυλή;»
— Δεν είχα σκοπό να κάνω τίποτα χωρίς εσένα.
— Η αγγελία ανέβηκε μόνη της; Οι φωτογραφίες μπήκαν από μόνες τους; Και η ανακαίνιση, που μου έλεγες πως γίνεται για να νοικιαστεί το σπίτι, ξαφνικά έγινε από μόνη της ανακαίνιση για πώληση;
Ο Δημήτριος Ανδρέου πέρασε την παλάμη του πάνω από το πρόσωπό του. Το έκανε κάθε φορά που ήθελε να φανεί ψύχραιμος, ώριμος και λογικός. Συνήθως έπιανε. Εκείνη τη μέρα όμως έμοιαζε περισσότερο με πρόβα πριν από ομολογία.
— Πέρασε μέσα, είπε. — Μην τα λέμε στην είσοδο.
— Ευχαριστώ, αφεντικό, που μου το επέτρεψες.
— Μαρία.
— Τι «Μαρία»; Εγώ είμαι ήδη σε εξαιρετική διάθεση. Ούτε το ασανσέρ δεν χάλασε ανεβαίνοντας.
Μπήκα. Οι ταπετσαρίες, ομολογουμένως, είχαν τοποθετηθεί ίσια. Ο Δημήτριος ήξερε να επιβλέπει μαστόρους· αυτό δεν μπορούσα να του το αρνηθώ. Στη γωνία όπου παλιότερα ξεκολλούσε το σοβατεπί, τώρα όλα έστεκαν τακτοποιημένα, σαν φωτογραφία καταλόγου με τίτλο «μέχρι τετρακόσια ευρώ το τετραγωνικό, αλλά με θέα στην πραγματική ζωή».
— Μίλα, του είπα. — Μόνο μη μου αρχίσεις τα «έτσι ήρθαν τα πράγματα». Όταν ένας άντρας πηγαινοέρχεται τρεις εβδομάδες σε ξένο διαμέρισμα, φωτογραφίζει την ανακαίνιση και μετά το ανεβάζει για πώληση, αυτό δεν λέγεται «έτυχε». Λέγεται μικρή, προσεκτικά οργανωμένη επιχείρηση.
— Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης έχει μπλεξίματα.
— Ο αδελφός σου έχει μπλεξίματα από τότε που γεννήθηκε. Μια φορά το αυτοκίνητο είναι με δάνειο, την άλλη η γυναίκα του έχει παρεξηγηθεί, μετά η επιχείρηση με τα σουβλάκια δεν απογειώθηκε επειδή, άκουσον άκουσον, οι πελάτες δεν εκτίμησαν το «concept».
— Τώρα μιλάμε σοβαρά.
— Είμαι όλη αυτιά.
— Χρωστάει χρήματα. Όχι σε τράπεζα. Σε ανθρώπους. Του έδωσαν προθεσμία μέχρι το τέλος του μήνα.
— Πόσα;
— Τριάντα οκτώ χιλιάδες ευρώ.
— Και σκέφτηκες ότι το δικό μου διαμέρισμα αντιστοιχεί ακριβώς σε τριάντα οκτώ χιλιάδες ευρώ, συν λίγο παζάρι στην είσοδο;
— Πίστευα ότι θα το πουλούσαμε, θα κλείναμε το χρέος και μετά θα σου τα επέστρεφα. Σιγά σιγά.
— Θα μου επέστρεφες την αξία ενός διαμερίσματος; Από τον μισθό σου ως μηχανικός; Δημήτρη, πληρώνεις τέσσερα χρόνια το δάνειο του αυτοκινήτου σου και κάθε μήνα εκπλήσσεσαι που η τράπεζα θέλει πάλι χρήματα.
— Μη με μειώνεις.
— Μείωση είναι να βγάζει ένας σύζυγος την περιουσία της γυναίκας του στο σφυρί και μετά να ζητά να μη νιώθει μειωμένος.
Κάθισε σε ένα σκαμπό που είχε φέρει από την κουζίνα. Εγώ έμεινα όρθια. Ήταν σημαντικό να μη καθίσω. Αν καθόμουν, θα άρχιζα να ακούω σαν σύζυγος. Εκείνη τη στιγμή όμως δεν ήμουν σύζυγος. Ήμουν ένας άνθρωπος κάτω από τα πόδια του οποίου κάποιος προσπαθούσε να τραβήξει το πάτωμα και να το βαφτίσει οικογενειακή αλληλεγγύη.
— Μαρία, ειλικρινά, δεν έβλεπα άλλη λύση.
— Την έβλεπες. Απλώς δεν σου άρεσε. Έπρεπε να έρθεις και να μου πεις: «Μαρία, ο αδελφός μου έχει χρέη, ας σκεφτούμε τι γίνεται». Κι εγώ θα σου απαντούσα: «Δημήτρη, λυπάμαι, αλλά το διαμέρισμα δεν το πουλάω». Αυτό φοβόσουν να ακούσεις;
— Ναι. Το φοβόμουν.
— Οπότε αποφάσισες να μη χρειαστείς την απάντησή μου.
— Ήθελα πρώτα να βρω αγοραστή. Να ξέρω περίπου το ποσό. Να μη φανώ μπροστά σου με άδεια χέρια.
— Ήθελες να εμφανιστείς μπροστά μου με προκαταβολή ξένων ανθρώπων και να μου πεις: «Τώρα τι να κάνουμε, Μαρία; Οι άνθρωποι ήδη έδωσαν λεφτά, δεν είναι σωστό να κάνουμε πίσω». Αυτό δεν είναι;
Δεν μίλησε.
— Σε ρώτησα κάτι απλό.
— Περίπου έτσι, ψέλλισε τελικά.
— Θαυμάσια. Δηλαδή σχεδίαζες να με στριμώξεις στη γωνία και ύστερα να μου εξηγήσεις πως το έκανες για την οικογένεια.
— Αυτό είναι οικογένεια.
— Όχι, Δημήτρη. Οικογένεια είναι όταν ρωτάς. Όταν αποφασίζεις για τον άλλον χωρίς τον άλλον, αυτό έχει άλλη ονομασία. Σε κόσμιες παρέες λέγεται βία. Στα νομικά γραφεία, απάτη.
— Δεν είμαι απατεώνας.
— Τότε τι είσαι; Ερασιτέχνης μεσίτης; Καλός Σαμαρείτης με ξένη περιουσία;
— Είμαι ο άντρας σου.
— Ο σύζυγος δεν είναι θέση με δικαίωμα υπογραφής.
Σήκωσε το κεφάλι και αυτή τη φορά με κοίταξε θυμωμένα. Επιτέλους. Η στάση του μετανοημένου είχε αρχίσει να με εκνευρίζει περισσότερο κι από την ίδια την αγγελία.
— Εσύ όλα τα γυρίζεις στα χαρτιά, είπε. — Στη ζωή σου υπάρχουν μόνο τίτλοι ιδιοκτησίας, βεβαιώσεις, συμβόλαια, ποσοστά. Οι άνθρωποι πού είναι;
— Οι άνθρωποι είναι εκεί όπου δεν προσπαθούν να τους πουλήσουν μαζί με τις ταπετσαρίες.
— Δεν είναι αστείο.
— Ούτε εγώ γελάω.
Σιωπήσαμε για λίγο. Στο περβάζι ήταν παρατημένο ένα ρολό χαρτοταινίας. Κάτω από το καλοριφέρ είχε μείνει ένας ξεραμένος σβόλος στόκου. Από το μπάνιο ακουγόταν η βρύση να στάζει, αυτή που, σύμφωνα με τον Δημήτριο, «ο μάστορας θα την τελειώσει οπωσδήποτε». Ο μάστορας, όπως φαινόταν, περίμενε κι εκείνος την άμεση ολοκλήρωση της συναλλαγής.
— Τα κλειδιά, είπα.
— Μαρία…
— Τα κλειδιά του διαμερίσματος.
— Ας μιλήσουμε τουλάχιστον το βράδυ στο σπίτι. Ήρεμα.
— Ήρεμα μιλάμε. Εσύ λες, εγώ ακούω. Εγώ λέω, εσύ κάνεις. Τα κλειδιά.
— Είσαι φορτισμένη τώρα.
— Όχι. Αυτή τη στιγμή στηρίζομαι σε γεγονότα. Τα συναισθήματα θα έρθουν αργότερα, όταν μάθω πόσους ανθρώπους έχεις ήδη φέρει εδώ για να δουν το σπίτι μου.
Απέστρεψε το βλέμμα.
— Πόσους;
— Δύο.
— Δύο αγοραστές;
— Ένα ζευγάρι και μια γυναίκα με τον γιο της. Απλώς το είδαν.
— Απλώς το είδαν. Σαν μουσείο. Εισιτήρια έκοβες;
— Μαρία, φτάνει.
— Όχι, Δημήτριε. Εσύ φτάνει. Εσύ έχεις ήδη αρπάξει αρκετά.
Έβγαλε την αρμαθιά από την τσέπη του. Το δικό μου κλειδί κρεμόταν από ένα κόκκινο μπρελόκ με ένα ξεφτισμένο γράμμα «Κ». Η θεία Αγγελική Καραγιάννη, όσο ζούσε ακόμη, έλεγε πάντα: «Κόκκινο μπρελόκ, για να μη χάνεται. Οι άνθρωποι χάνουν τα γκρίζα πράγματα· το κόκκινο ντρέπεσαι να μην το προσέξεις». Όπως αποδείχθηκε, ακόμη και το πιο έντονο χρώμα δεν προστατεύει τίποτα όταν ο άνθρωπος αποφασίσει να κάνει πως δεν βλέπει.
