— Με συγχωρείτε, τι είπατε; — ρώτησα, επειδή έτυχε να πιάσω στον αέρα ένα κομμάτι από τη φράση που η πεθερά μου είπε στον άντρα μου στο τηλέφωνο.
Η Βασιλική Καραμανλή στεκόταν στο κέντρο του σαλονιού μας, φορώντας, όπως πάντα στις γιορτές, εκείνο το σκούρο μπλε φόρεμα με τον άσπρο γιακά. Το ίδιο φόρεμα που εμφανιζόταν σε κάθε επίσημη περίσταση εδώ και είκοσι περίπου χρόνια. Τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα σε άψογο κύμα, στα χείλη της είχε κολλήσει το γνώριμο μισό χαμόγελο, μα τα μάτια της… τα μάτια της ήταν παγωμένα, σαν την πάχνη του Δεκέμβρη έξω από το παράθυρο.
— Καλά άκουσες, Ελενίτσα, — είπε το όνομά μου με τέτοιον τρόπο, λες και από μόνο του αποτελούσε ντροπή. — Κάλεσα τις φίλες μου από το θέατρο. Κυρίες καλλιεργημένες, με θέση στην κοινωνία. Εσύ όμως… ε, καταλαβαίνεις.
Καταλάβαινα. Αχ, πόσο καλά καταλάβαινα.
Το είχα καταλάβει από την πρώτη κιόλας μέρα που πέρασα το κατώφλι εκείνου του διαμερίσματος, τότε που ήταν ακόμη νοικιασμένο, κρατώντας τον Αλέξανδρο Καραγιάννη από το μπράτσο, τρεμάμενη από ευτυχία και έρωτα. Η Βασιλική Καραμανλή με είχε κοιτάξει τότε αφ’ υψηλού και είχε ρωτήσει: «Κι εσείς, Ελένη Σταματιάδη, από τι οικογένεια είστε;» Μέσα στον τόνο της υπήρχαν όλα: η καταδίκη, η περιφρόνηση και η ακλόνητη βεβαιότητα πως ποτέ δεν θα γινόμουν άξια για τον μοναχογιό της.

Από τότε είχαν περάσει επτά χρόνια. Επτά χρόνια άντεχα, χαμογελούσα, μαγείρευα, καθάριζα, γέννησα, μεγάλωνα παιδί, εργαζόμουν, ξαναμαγείρευα και ξαναχαμογελούσα. Έμαθα να καταπίνω τις αιχμηρές παρατηρήσεις της, να κάνω πως δεν ακούω όταν χαρακτήριζε τα φαγητά μου «παράξενα» ή το ντύσιμό μου «επαρχιώτικο». Έμαθα να σωπαίνω όταν, μπροστά σε όλους, έλεγε με ύφος διδακτικό πως «στη δική μας εποχή οι νύφες ήξεραν τη θέση τους».
Μα σήμερα… σήμερα είχε ξεπεράσει κάθε όριο.
— Βασιλική Καραμανλή, — άφησα την κούπα πάνω στο τραπέζι, προσπαθώντας να κρατήσω τα χέρια μου σταθερά, — αυτό είναι το σπίτι μας. Δικό μου και του Αλέξανδρου Καραγιάννη. Και την Πρωτοχρονιά θα τη γιορτάσουμε όπως αποφασίσουμε εμείς. Μαζί. Όλη η οικογένεια.
Εκείνη ξεφύσηξε κοφτά, με καθαρή περιφρόνηση, σαν να είχα πει κάτι απίστευτα γελοίο.
— Οικογένεια; — επανέλαβε, τονίζοντας τη λέξη σαν να την αμφισβητούσε. — Οικογένεια υπάρχει όταν οι νεότεροι σέβονται τους μεγαλύτερους. Εσύ όμως… εσύ ούτε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν ξέρεις να στολίσεις σωστά. Είδες τι αγόρασες; Αυτές τις φτηνές κινέζικες μπάλες! Ντροπή.
Γύρισα και κοίταξα το δέντρο μας. Ήταν ψηλό, αληθινό, γεμάτο μυρωδιά από πευκοβελόνες και παιδικές αναμνήσεις. Το είχαμε διαλέξει μαζί με τον Αλέξανδρο Καραγιάννη και γελούσαμε όταν δεν χωρούσε στο ασανσέρ. Ο Μιχαήλ Λεοντιάδης, ο εξάχρονος γιος μας, είχε κρεμάσει μόνος του το αστέρι στην κορυφή. Παραλίγο να πέσει από την καρέκλα, κι εμείς τον πιάσαμε και τον φιλήσαμε στα μαλλιά. Ήταν το δικό μας δέντρο. Δικό μας.
— Βασιλική Καραμανλή, — άκουσα τη φωνή μου σαν να ερχόταν από κάπου έξω από εμένα, ήρεμη, ίσια, σχεδόν ξένη, — αν δεν σας αρέσει το δέντρο μας, οι συνήθειές μας, το σπίτι μας, η πόρτα είναι εκεί. Μπορείτε να περάσετε την Πρωτοχρονιά στο δικό σας διαμέρισμα. Μόνη σας.
Για μια στιγμή απλώθηκε σιωπή στο δωμάτιο. Ακόμη και ο Μιχαήλ Λεοντιάδης, που ως τότε έπαιζε με τα παιχνίδια του στον διάδρομο, πάγωσε.
Η Βασιλική Καραμανλή στράφηκε αργά προς το μέρος μου με ολόκληρο το σώμα της. Τα μάτια της στένεψαν.
— Εσύ… εσύ θα μου δώσεις διαταγές; — ρώτησε χαμηλόφωνα, και μέσα σε εκείνη τη χαμηλή φωνή υπήρχε τόσο δηλητήριο, που χωρίς να το θέλω έκανα ένα βήμα πίσω. — Μέσα στο δικό μου σπίτι;
— Δεν είναι δικό σας σπίτι, — απάντησα, αν και η φωνή μου τελικά ράγισε. — Είναι δικό μας. Το αγοράσαμε εγώ και ο Αλέξανδρος Καραγιάννης. Με τα δικά μας χρήματα. Το δικό σας διαμέρισμα βρίσκεται σε άλλη περιοχή.
Άνοιξε το στόμα της, ύστερα το έκλεισε. Μετά το άνοιξε ξανά.
— Θα μιλήσω με τον γιο μου, — κατάφερε τελικά να πει. — Εκείνος θα καταλάβει. Πάντα ήξερε ποιος κάνει κουμάντο εδώ.
Και έφυγε με το κεφάλι ψηλά, σαν βασίλισσα που την είχαν προσβάλει κοινοί θνητοί.
Έμεινα στη μέση του σαλονιού, κοιτάζοντας το δέντρο, τις γιρλάντες, τα στολίδια, τα φωτάκια που αναβόσβηναν σιωπηλά με πολύχρωμες λάμψεις. Και τότε, για πρώτη φορά ύστερα από επτά χρόνια, ένιωσα πως κάτι μέσα μου είχε σπάσει. Οριστικά. Χωρίς επιστροφή.
Το βράδυ γύρισε ο Αλέξανδρος Καραγιάννης. Ήταν εξαντλημένος, με κοκκινισμένα μάτια· το τέλος της χρονιάς στη δουλειά του έμοιαζε πάντα με κόλαση. Τον υποδέχτηκα στον διάδρομο, τον βοήθησα να βγάλει το μπουφάν του και τον φίλησα στο κρύο μάγουλο.
— Να δώσεις χαιρετίσματα στη μαμά, — είπε χαμογελώντας. — Μου είπε πως αύριο το πρωί θα έρθει να βοηθήσει με τη γιορτή.
Έμεινα ακίνητη.
— Αλέξανδρε, — είπα σιγά, — η μητέρα σου σήμερα πρότεινε να με κλειδώσει στην κρεβατοκάμαρα την Πρωτοχρονιά. Για να μην την ντροπιάσω μπροστά στους καλεσμένους της.
Με κοίταξε πρώτα δύσπιστα, ύστερα απορημένα, και μετά… κάτι άλλαξε μέσα στα μάτια του.
— Εκείνη… τι είπε;
Του το επανέλαβα. Λέξη προς λέξη.
Ο Αλέξανδρος Καραγιάννης έμεινε σιωπηλός για πολλή ώρα.
