Οι αποσπασματικές λέξεις στο υγρό χαρτί σχημάτιζαν μια εικόνα πανικού: «αναπνοή», «περίμενε», «τραυματισμένος», «ακούγονται φωνές». Ο γραφικός χαρακτήρας έμοιαζε αδιαμφισβήτητα με εκείνον του Παύλου Μαυρογιάννη. Όμως μία πρόταση πάγωσε όσους διάβαζαν: «Δεν μπορώ να κινηθώ. Εκείνη πρέπει να μείνει…». Το κείμενο κοβόταν απότομα, σαν να μην υπήρξε χρόνος για συνέχεια.
«Ο Παύλος είχε χτυπήσει», ψιθύρισε ο Θεόδωρος Θεολόγου. «Και η Σελήνη… ζούσε ακόμη τότε». Παρ’ όλα αυτά, στον θάλαμο δεν βρέθηκε κανένα σώμα. Η ανησυχία μεγάλωσε όταν πρόσεξαν κάτι ακόμη πιο παράξενο: στον βράχο υπήρχαν χαραγμένες μεθοδικά γραμμές, τρεις κάθε φορά, ξανά και ξανά. Τουλάχιστον τριάντα σημάδια. Ένας ολόκληρος μήνας εγκλωβισμού.
Καθώς η ένταση της έρευνας αυξανόταν και οι ομάδες άπλωναν την ακτίνα τους, προέκυψε ένα νέο εύρημα. Ένα σύγχρονο σχοινί, δεμένο σχετικά πρόσφατα, που δεν ανήκε ούτε στους αγνοούμενους ούτε σε διασώστες. «Κάποιος τρίτος πέρασε από εδώ», είπε ο Θεολόγου, κοιτώντας τον ακίνητο βράχο. Η πλαγιά δεν έδωσε απάντηση.
Την επόμενη ημέρα, όμως, ήρθε η ανατροπή. Σε έναν απότομο κάθετο διάδρομο, ψηλότερα από τη σπηλιά, εντοπίστηκαν αχνά ίχνη πατήματος, φρέσκα. Πολύ πρόσφατα για να είναι πέντε ετών. Και υπερβολικά ελαφριά για ενήλικο. Λίγες ώρες αργότερα, κάτω από χαλαρές πέτρες, βρέθηκε ένα μικρό μενταγιόν σε σχήμα αστεριού. Το αγαπημένο της Σελήνης Δημητριάδη, που δεν αποχωριζόταν ποτέ.
Η σιωπή απλώθηκε όταν αποκαλύφθηκε το τελευταίο εύρημα. Πάνω σε μια κρυφή προεξοχή, καλυμμένη με ξερόκλαδα, υπήρχε ένα μεταλλικό κιτ πρώτων βοηθειών, σκουριασμένο αλλά τοποθετημένο σκόπιμα. Μέσα, επιδέσμοι, υπολείμματα φαρμάκων και ένα σημείωμα διπλωμένο προσεκτικά σε πλαστικό. Ο Θεολόγου το άνοιξε. Ο τρεμάμενος γραφικός χαρακτήρας ήταν ξεκάθαρα του Παύλου Μαυρογιάννη, όμως το μήνυμα σταματούσε απότομα, αφήνοντας την ιστορία μετέωρη.
