Η Ειρήνη Ξενάκη κάθισε στη θέση του οδηγού, έβαλε μπροστά τη μηχανή και ενεργοποίησε την ανοιχτή ακρόαση στο κινητό της. Ο ήχος της κλήσης ακουγόταν επίμονα, όμως η Μαρίνα Καρακοστά δεν απαντούσε. «Δεν πειράζει», σκέφτηκε. Αφού δεν το σηκώνει, θα της κάνει μια απροειδοποίητη επίσκεψη.
Εδώ και καιρό προσπαθούσαν να κανονίσουν να συναντηθούν, αλλά πάντα κάτι προέκυπτε· πότε οι υποχρεώσεις της μίας, πότε της άλλης. Δουλειά, σπίτι, οικογένεια. Κι όμως, στα παιδικά τους χρόνια όλα έμοιαζαν τόσο απλά και ξέγνοιαστα.
Σε αντίθεση με πολλές φιλίες που χάνονται με τα χρόνια, ο δεσμός τους παρέμενε βαθύς, σχεδόν αδελφικός. Σπάνια είχαν τσακωθεί. Ίσως έφταιγε ο ήπιος χαρακτήρας και των δύο, ίσως η ανατροφή που τους δίδαξε να σέβονται η μία την άλλη και να μοιράζονται τα πάντα.
Στο σχολείο ήταν αχώριστες, αργότερα πέρασαν στο ίδιο πανεπιστήμιο, όμως μετά τους γάμους τους οι συναντήσεις τους αραίωσαν αισθητά. Η Ειρήνη της έλειπε αφόρητα. Κατάφερναν να βρεθούν μία φορά τον μήνα, καμιά φορά ακόμη πιο σπάνια.
Είχαν σκεφτεί σοβαρά να μετακομίσουν κοντά, ώστε να μπορούν να πηγαινοέρχονται πιο συχνά και να μη χάνουν τόσο χρόνο η μία από τη ζωή της άλλης.

Γι’ αυτό η Ειρήνη Ξενάκη περίμενε εκείνη τη συνάντηση με αληθινή ανυπομονησία.
Εκείνη η μέρα είχε επιτέλους φτάσει· θα μπορούσαν να καθίσουν με την ησυχία τους και να τα πουν. Τα παιδιά έλειπαν σε θερινή κατασκήνωση και η Ειρήνη Ξενάκη είχε καταφέρει να σχολάσει νωρίτερα από το γραφείο. Καθώς πλησίαζε την πολυκατοικία της Μαρίνας Καρακοστά, το βλέμμα της έπεσε σε ένα αυτοκίνητο που της φάνηκε γνώριμο. Έμοιαζε απίστευτα με εκείνο του Ανδρέα Ανδρέου.
«Συμπτώσεις συμβαίνουν», σκέφτηκε. Δεν ήταν ο μόνος που οδηγούσε αυτό το μοντέλο. Ωστόσο, όταν στάθμευσε και κατέβηκε, ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Οι πινακίδες ήταν ακριβώς ίδιες με του συζύγου της. Και από τον εσωτερικό καθρέφτη κρεμόταν το μικρό, αστείο παπάκι – το δικό του γούρι.
Τι δουλειά είχε εδώ; Και γιατί δεν βρισκόταν στη δουλειά του, αφού συνήθως τελείωνε μία ώρα αργότερα;
Ταραγμένη και χωρίς να καταλαβαίνει τι συμβαίνει, πληκτρολόγησε τον αριθμό του διαμερίσματος της αδελφής της στο θυροτηλέφωνο. Το κουδούνισμα ακούστηκε καθαρά, μα καμία απάντηση δεν ήρθε. Ήταν βέβαιη πως η Μαρίνα ήταν μέσα. Και ο Ανδρέας; Αποκλειόταν να πρόκειται για τέτοια σύμπτωση. Για ποιο λόγο είχε ήδη φύγει από τη δουλειά;
Ξαναδοκίμασε. Μόνο ο μονότονος ήχος της κλήσης αντηχούσε στο ακουστικό. Με το στομάχι της δεμένο κόμπο, έβγαλε τότε το κινητό της, αποφασισμένη να καλέσει απευθείας τη Μαρίνα.
Η κλήση έμεινε ξανά αναπάντητη. Η Ειρήνη Ξενάκη ένιωσε την ανησυχία να τη ζώνει∙ μήπως είχε συμβεί κάτι σοβαρό και γι’ αυτό βρισκόταν εκεί ο Ανδρέας Ανδρέου; Ίσως η Μαρίνα Καρακοστά να μην μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της και να είχε καλέσει εκείνον για βοήθεια. Χωρίς να καταλαβαίνει τι ακριβώς συνέβαινε, περπατούσε νευρικά μπρος-πίσω. Τελικά, όταν κάποιος ένοικος άνοιξε την κεντρική πόρτα για να βγει, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και γλίστρησε μέσα στην πολυκατοικία.
Μπήκε στο ασανσέρ, πάτησε τον όροφο της αδελφής της και, όσο ο θάλαμος ανέβαινε αργά, η καρδιά της βάραινε όλο και περισσότερο. Μόλις έστριψε στον διάδρομο που οδηγούσε στο διαμέρισμα, πάγωσε. Η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη και στο κατώφλι στέκονταν η Μαρίνα με τον Ανδρέα.
Το θέαμα που αντίκρισε την άφησε άφωνη. Αντάλλασσαν χαμόγελα γεμάτα οικειότητα και, πριν προλάβει να το συνειδητοποιήσει, ο Ανδρέας έσκυψε και φίλησε τη Μαρίνα στα χείλη. Τη δική της αδελφή.
Σαν να κινήθηκε από ένστικτο, η Ειρήνη βούτηξε το χέρι στην τσάντα της και άρχισε να τους πετά ό,τι έβρισκε μπροστά της: πούδρα, κραγιόν, μαντηλάκια, μια σακούλα με καραμέλες. Το μικρό μπουκάλι με το αντισηπτικό έφυγε τελευταίο από τα δάχτυλά της, κατευθυνόμενο με δύναμη προς το μέρος τους.
Το μπουκαλάκι χτύπησε τον Ανδρέα κατακούτελα, άνοιξε με δύναμη και το υγρό τινάχτηκε κατευθείαν στο μάτι του. Εκείνος ούρλιαξε από το τσούξιμο, έβρισε δυνατά και άρχισε να τρίβει απεγνωσμένα το πρόσωπό του, φωνάζοντας στην Ειρήνη Ξενάκη πως είχε χάσει τα λογικά της.
— Κτήνος! — ξέσπασε εκείνη και όρμησε πάνω του, κοπανώντας τον με τις παλάμες της στο στήθος και στους ώμους.
Την ίδια στιγμή, η Μαρίνα Καρακοστά πρόλαβε να χωθεί στο διαμέρισμα και να κλείσει την πόρτα πίσω της, αφήνοντάς τους στο κλιμακοστάσιο.
— Πώς τολμήσατε; Και μάλιστα λίγο πριν φτάσω! — συνέχισε η Ειρήνη, με τη φωνή της να σπάει από οργή.
Ο Ανδρέας σταμάτησε να φωνάζει και κάθισε αδύναμος στο περβάζι του παραθύρου, σκουπίζοντας ακόμη τα μάτια του. Η Ειρήνη, εξαντλημένη πια, έμεινε απέναντί του λαχανιασμένη, καρφώνοντάς τον με βλέμμα που πετούσε σπίθες.
— Μην τολμήσεις να γυρίσεις σπίτι απόψε, του πέταξε κοφτά και κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ.
Μέσα σε λίγα λεπτά είχε χάσει και τον άντρα της και την ίδια της την αδελφή. Έτσι απλά, σαν να είχε μοιράσει ένα παιχνίδι και να της το άρπαξαν πίσω.
