«Μη φοβάσαι, θα είμαι προσεκτικός και δεν θα σε πονέσω», ψιθύρισε ο πατριός με προσποιητή τρυφερότητα, πλησιάζοντας τη θετή του κόρη που είχε κολλήσει έντρομη στον τοίχο.
Λίγο νωρίτερα, στο ίδιο σπίτι, εκτυλισσόταν μια διαφορετική σκηνή.
— Μπαμπά, σε παρακαλώ, μη φύγεις! — έκλαιγε η δεκαπεντάχρονη Αναστασία Μαυρίδη, σφίγγοντας με απόγνωση τα δάχτυλα του πατέρα της.
— Καρδιά μου, δεν σε εγκαταλείπω, της απάντησε ήρεμα. Μπορεί να φεύγω από εδώ, όμως από τη ζωή σου όχι. Τις καθημερινές θα περνώ να σε βλέπω στο σχολείο και τα Σαββατοκύριακα θα τα περνάμε μαζί — βόλτες στο πάρκο, θέατρο, ζωολογικό κήπο, ακόμα και στο τσίρκο αν θέλεις. Χωρίζω με τη μητέρα σου, όχι με εσένα.
— Αφού αγαπιόσασταν… γιατί να πάρετε διαζύγιο;

— Μερικές φορές τα πράγματα αλλάζουν. Η μητέρα σου έχει πια άλλον άνθρωπο στη ζωή της. Σύντομα θα τον γνωρίσεις κι εσύ.
— Δεν θέλω να γνωρίσω κανέναν! Πάρε με μαζί σου!
— Μακάρι να μπορούσα τώρα. Προσωρινά μένω σε έναν φίλο. Προσπαθώ να μαζέψω χρήματα για να αγοράσω ένα δικό μου διαμέρισμα. Μόλις σταθώ στα πόδια μου, θα έρθεις να μείνεις μαζί μου.
— Τότε γιατί να μη φύγει εκείνη με τον άλλον και να μείνεις εσύ εδώ;
— Το σπίτι αυτό ανήκει στη μητέρα σου. Της το είχε γράψει η γιαγιά σου πριν μετακομίσει στις Σέρρες, κοντά στην Ελευθερία Θεοδώρου.
— Να πάω εγώ στη γιαγιά, τότε!
— Δυστυχώς δεν γίνεται, μικρή μου. Η μητέρα σου και η θεία σου έχουν κόψει κάθε επαφή εδώ και καιρό, πάλι εξαιτίας του σπιτιού.
Η Αναστασία χαμήλωσε το βλέμμα. Τα δάκρυα κυλούσαν ασταμάτητα, μα η φωνή της βγήκε πιο ήρεμη.
— Εντάξει, μπαμπά… Θα κάνω υπομονή ώσπου να αποκτήσεις το δικό σου σπίτι. Υπόσχεσαι πως θα έρθεις να με πάρεις;
Εκείνος την αγκάλιασε σφιχτά, σαν να ήθελε να φυλακίσει στη μνήμη του εκείνη τη στιγμή, πριν κάνει το βήμα που θα άλλαζε τη ζωή και των δυο τους.
Ύστερα από εκείνη την αγκαλιά, η Αναστασία Μαυρίδη άφησε σιγά σιγά το χέρι του πατέρα της να γλιστρήσει από το δικό της. Εκείνος φίλησε απαλά το μέτωπό της, πέρασε το σακίδιο στον ώμο και βγήκε από το διαμέρισμα χωρίς να ξανακοιτάξει πίσω.
Αργά το απόγευμα η Βασιλική Γιαννοπούλου επέστρεψε στο σπίτι· δεν ήταν όμως μόνη. Από την είσοδο φώναξε με τεχνητό ενθουσιασμό:
— Αναστασία, έλα γρήγορα, έχω μια έκπληξη για σένα!
Η καρδιά του κοριτσιού σκίρτησε από ελπίδα. Μήπως ο πατέρας της μετάνιωσε και γύρισε; Πετάχτηκε στον διάδρομο, όμως αντί για εκείνον αντίκρισε έναν άγνωστο άντρα. Το χαμόγελό του έμοιαζε φιλικό, ωστόσο κάτι στο βλέμμα του την έκανε να ριγήσει.
— Είναι ο Κυριάκος Αγγελόπουλος, είπε η μητέρα της. — Από σήμερα θα μένει μαζί μας.
Η Αναστασία κοκάλωσε.
— Δηλαδή ο μπαμπάς έφυγε εξαιτίας σου; Για χάρη αυτού του τύπου; Ντροπή σας! φώναξε και κλείστηκε στο δωμάτιό της χτυπώντας δυνατά την πόρτα.
— Μην ταράζεσαι, Βασιλική, σχολίασε αδιάφορα ο Κυριάκος. — Έχω ξαναβρεθεί με κορίτσια στην ηλικία της. Ξέρω πώς να τα χειριστώ.
— Τι εννοείς «να τα χειριστείς»; τη ρώτησε κοφτά εκείνη.
— Με υπομονή και… στοργή, απάντησε γρήγορα, όταν διέκρινε καχυποψία στο πρόσωπό της.
Από εκείνη τη μέρα η Αναστασία αντιμετώπιζε τη μητέρα της σαν να ήταν αόρατη. Δεν καθόταν στο ίδιο τραπέζι, δεν της μιλούσε. Ο πατέρας της συνέχιζε να της στέλνει χρήματα, κι έτσι έτρωγε στο κυλικείο του σχολείου ή σε ένα μικρό καφέ της γειτονιάς. Τα Σαββατοκύριακα τα περνούσε σχεδόν πάντα στο σπίτι της φίλης της, της Δέσποινας Ξενάκη, όπου ξεσπούσε σε κλάματα για τον καινούργιο σύζυγο της μητέρας της, που στο μεταξύ είχε παντρευτεί επίσημα τον Κυριάκο.
Μια μέρα έφτασε ένα τηλεφώνημα που πάγωσε τη Βασιλική: η μητέρα της πέθανε στις Σέρρες. Έπρεπε να ταξιδέψει αμέσως για την κηδεία.
— Κυριάκο, θα ήθελα να πάρω κι εγώ την Αναστασία μαζί μου να αποχαιρετήσει τη γιαγιά της, αλλά έχει ανεβάσει υψηλό πυρετό.
Η φωνή της Βασιλικής έσπασε στην άλλη άκρη της γραμμής, ζητώντας του να φροντίσει την Αναστασία Μαυρίδη και να προμηθευτεί τα φάρμακα που θα έγραφε ο γιατρός. Του ζήτησε επίμονα να μην αμελήσει τίποτα.
Μόλις εκείνη αναχώρησε για τις Σέρρες, ο Κυριάκος Αγγελόπουλος ένιωσε μια σκοτεινή ικανοποίηση· έμενε μόνος στο σπίτι με τη μικρή. Περίμενε τον γιατρό, άκουσε προσεκτικά τις οδηγίες, αγόρασε τα φάρμακα και γύρισε στο διαμέρισμα. Χτύπησε ελαφρά την πόρτα του δωματίου της και της άφησε το κουτί στο κομοδίνο.
— Αυτά είναι όσα σου έγραψε. Διάβασε τις οδηγίες. Θα σου ετοιμάσω λίγη κοτόσουπα και αφέψημα αγριοτριανταφυλλιάς, έτσι συνέστησε ο γιατρός.
Η Αναστασία τον κάρφωσε με βλέμμα γεμάτο οργή.
— Δεν θέλω τίποτα από σένα! Εσύ διέλυσες την οικογένειά μου! Εξαιτίας σου έφυγε ο πατέρας μου! Είσαι απαίσιος! Πήγαινε στις γυμναστικές σου και άσε τη μαμά μου ήσυχη!
Εκείνος χαμογέλασε αυτάρεσκα.
— Είσαι παιδί ακόμη και δεν καταλαβαίνεις. Με τον καιρό θα αλλάξεις γνώμη. Τώρα φρόντισε να γίνεις καλά.
Το επόμενο πρωί της έφερε δίσκο με πρωινό. Η Αναστασία, τρέμοντας από θυμό, τον χτύπησε απότομα· το τσάι αναποδογύρισε και το καυτό υγρό έκαψε το χέρι του.
— Αχάριστο πλάσμα! Θα μου το πληρώσεις! — ούρλιαξε και όρμησε προς το μέρος της.
Εκείνη υποχώρησε έντρομη ώσπου στριμώχτηκε στη γωνία. Ο Κυριάκος πέταξε τη ρόμπα του στο πάτωμα και πλησίασε αργά, με φωνή ψιθυριστή.
— Μη φοβάσαι… δεν θα πονέσεις. Θα είμαι τρυφερός.
— Αν με αγγίξεις, θα ουρλιάξω! — φώναξε με λυγμούς.
— Φώναζε όσο θέλεις. Κανείς δεν θα σε ακούσει. Στο τέλος θα με ευγνωμονείς, άντρας σαν εμένα δεν βρίσκεται εύκολα, είπε αρπάζοντας το μπλουζάκι της που σκίστηκε με ξερό ήχο.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι. Εκνευρισμένος, κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα. Η Αναστασία, εκμεταλλευόμενη την απρόσμενη διακοπή, πετάχτηκε όρθια και έτρεξε προς το παράθυρο, με την καρδιά της να χτυπά μανιασμένα.
Χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο, άνοιξε διάπλατα το παράθυρο, ξήλωσε τη σίτα και πήδηξε στο χιονισμένο προαύλιο. Ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει τόση ανακούφιση που το διαμέρισμα βρισκόταν στο ισόγειο.
Τα ρούχα της κρέμονταν σκισμένα επάνω της και, ξυπόλητη καθώς ήταν, διέσχισε τρέχοντας το στενό μέχρι το σπίτι της Δέσποινας Ξενάκη. Την πόρτα άνοιξε η γιαγιά της φίλης της και μόλις την αντίκρισε χλόμιασε.
— Αναστασία Μαυρίδη, παιδί μου, τι σου συνέβη; — αναφώνησε έντρομη.
— Ξέφυγα από τον πατριό μου… — ψιθύρισε λαχανιασμένη.
— Μείνε εδώ. Καλώ αμέσως τον αστυνομικό της γειτονιάς· μόλις πέρασε από τον δρόμο.
Ο αστυνομικός αντέδρασε ακαριαία. Επέστρεψε στο διαμέρισμα και, στέκοντας δίπλα στη μισάνοιχτη πόρτα, αφουγκράστηκε όσα λέγονταν μέσα, ενεργοποιώντας διακριτικά την ηχογράφηση στο κινητό του.
— Σου είπα ότι θα τακτοποιήσω το χρέος. Πρώτα θα ρίξω την μικρή στο κρεβάτι και μετά η Βασιλική Γιαννοπούλου θα “πάθει” ένα ατύχημα. Θα με βοηθήσεις, έπειτα πουλάμε το σπίτι και το περνάμε στο όνομα της μάνας μου.
— Και με την κληρονομιά; Μπορεί να τραβήξει μήνες.
— Αν βιάζεσαι, θα το δώσουμε κοψοχρονιά. Δεν έχω άλλα χρήματα.
Τότε ο αστυνομικός όρμησε μέσα. Ο Κυριάκος Αγγελόπουλος κρατούσε ακόμη κομμάτι από το σκισμένο μπλουζάκι.
— Κάτω αμέσως! Τα χέρια πίσω από το κεφάλι! — διέταξε, σημαδεύοντάς τον.
Σε λίγα λεπτά κατέφθασε ενίσχυση. Ο Κυριάκος Αγγελόπουλος και ο συνεργός του συνελήφθησαν, ενώ το ύφασμα κατασχέθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο.
Το δικαστήριο τους επέβαλε πολυετή κάθειρξη. Η Βασιλική Γιαννοπούλου έχασε την επιμέλεια του παιδιού της. Ο πατέρας της Αναστασίας Μαυρίδη γύρισε στο σπίτι, μένοντας προσωρινά σε ξεχωριστό δωμάτιο για να βρίσκεται κοντά της. Δεν εμπιστευόταν πια την πρώην σύζυγό του — φοβόταν πως θα έφερνε άλλον επικίνδυνο άντρα στη ζωή τους. Μόλις κατάφερνε να αγοράσει νέο διαμέρισμα, θα έφευγαν οι δυο τους για μια καινούργια αρχή.
