«Η στιγμή αυτή έφτασε. Περάστε» — είπε η Δήμητρα αποφασιστικά και άνοιξε διάπλατα την πόρτα

Προδοσία και απληστία, ήρθε η αποφασιστική απάντηση.
Ιστορίες

— Τι είναι αυτές οι παντόφλες στην είσοδο; — η Δήμητρα Καραγιάννη έμεινε ακίνητη στο κατώφλι, χωρίς καν να βγάλει τα παπούτσια της, καρφώνοντας το βλέμμα της σε ένα ξεθωριασμένο, μπλε ζευγάρι, στο χρώμα παλιάς μπογιάς που έχει ξεφτίσει σε αποθήκη. Δεν ήταν δικές της. Και σίγουρα δεν ανήκαν στον Ανδρέα.

— Πέρασε η μητέρα μου, — ακούστηκε από την κουζίνα η φωνή του Ανδρέα Σταματιάδη. Ίσια, επίπεδη, σαν σεντόνι καλοσιδερωμένο. Ούτε ίχνος αμηχανίας, ούτε έκπληξη. Όλα τακτοποιημένα — σύμφωνα με κάποιο σχέδιο που εκείνη αγνοούσε.

Η Δήμητρα άφησε αργά την τσάντα της κάτω, έβγαλε το παλτό της και πήρε μια ανάσα. Η καρδιά της δεν χτυπούσε πια από τη βροχή που την είχε μουσκέψει στις τρεις στάσεις του λεωφορείου, ούτε από την αποπνικτική ατμόσφαιρα του γεμάτου οχήματος με το παράφωνο ραδιόφωνο. Ήταν κάτι άλλο· μια κολλώδης δυσφορία που της έσφιγγε το στήθος. Γνώριζε πολύ καλά αυτόν τον τόνο του. Έτσι μιλούσε όταν κάτι έκρυβε. Ή όταν έκανε πως δεν συμβαίνει τίποτα.

— Δηλαδή έτσι απλά; — μπήκε στην κουζίνα και στάθηκε απέναντί του. — Ήρθε για ένα τσάι και κουβεντούλα;

Ο Ανδρέας φορούσε ήδη πιτζάμες, παρότι δεν είχε πάει καν εφτά. Το πρόσωπό του ανέκφραστο, σχεδόν αδιάφορο. Τα μάτια του απέφευγαν τα δικά της, ενώ τα δάχτυλά του χτυπούσαν μηχανικά το φλιτζάνι πάνω στο πιατάκι — ένα παλιό του σημάδι ότι ετοίμαζε μια προσεκτική μισή αλήθεια.

— Καθίσαμε λίγο, είπαμε δυο λόγια. Αφού άργησες… δεν ήξερα τι ώρα θα γυρίσεις.

— Μάλιστα, — απάντησε εκείνη, γεμίζοντας το φλιτζάνι της και προσέχοντας πως τα χέρια της έτρεμαν ελαφρά. — Εγώ πάντως είχα σύσκεψη μέχρι τις εννιά. Όλη μέρα όρθια. Δεν μπήκες στον κόπο να ρωτήσεις. Ένα τηλέφωνο θα μπορούσες να κάνεις.

— Μα εσύ δεν λες να μη σε ενοχλώ όταν δουλεύεις; — μουρμούρισε χωρίς να τη κοιτάξει. — Δουλειά είναι, τι να κάνουμε…

Κάθισε απέναντί του και τον παρατηρούσε σιωπηλά να υποδύεται τον χαλαρό οικογενειάρχη. Μέσα της, όμως, κάτι άρχιζε να κοχλάζει αθόρυβα. Ήξερε τον Ανδρέα. Όταν άρχιζε να στριφογυρίζει τις λέξεις, πίσω τους υπήρχε ήδη ολόκληρη ουρά από ψέματα.

— Πες μου καθαρά, Ανδρέα. Για ποιο λόγο έρχεται εδώ; Δεν πιστεύω ότι το κάνει μόνο για το τσάι.

— Και τι πειράζει; Είναι μόνη της, με μια πενιχρή σύνταξη. Ήρθε να δει τον γιο της. Δεν είναι παράξενο.

— Οι μάνες βλέπουν τους γιους τους, ναι. Δεν κυκλοφορούν όμως με παντόφλες μέσα στο σπίτι ενός ζευγαριού και δεν ανακατεύουν τα πράγματά τους. Είχαμε συμφωνήσει: όχι μόνιμοι επισκέπτες. Ιδίως όσοι ψαχουλεύουν τα ντουλάπια.

— Πάλι τα μεγαλοποιείς. Η μητέρα μου είναι καλοπροαίρετη. Απλώς έχει τον τρόπο της. Θέλει να είναι όλα «νοικοκυρεμένα».

— «Νοικοκυρεμένα» σημαίνει να μετακινεί τα εσώρουχά μου στην ντουλάπα; Να βάζει τις χτένες στο φαρμακείο; Να με αποκαλεί «αυτή σου», λες και είμαι περαστική;

Ο Ανδρέας αναστέναξε βαριά. Απ’ έξω γάβγισε ο σκύλος της γειτόνισσας, κι ο ήχος έκανε τη σκηνή ακόμη πιο παράλογη: ξένες παντόφλες στο χολ, ένας σύζυγος με πιτζάμες να προσποιείται αδιαφορία, κι ένα σπίτι που έμοιαζε ξαφνικά λιγότερο δικό τους.

— Εντάξει, μη φουντώνεις, — είπε τελικά. — Πρότεινε κάτι… μια ιδέα. Για το διαμέρισμα.

— Τι είδους ιδέα;

Η σιωπή απλώθηκε βαριά. Ακουγόταν μόνο το σφύριγμα του καλοριφέρ.

— Αφού μαζεύουμε χρήματα καιρό… Ίσως να το γράφαμε προσωρινά στο όνομά της. Να μείνει εδώ, να τη στηρίξουμε, και μετά να μας το μεταβιβάσει πάλι.

Η Δήμητρα τον κοίταξε σαν να μην άκουσε σωστά.

— Μιλάς σοβαρά;

— Μη φωνάζεις. Θα ένιωθε πιο ασφαλής έτσι. Στο ενοίκιο δυσκολεύεται, η γειτόνισσά της, η Σοφία Σιδέρη, την ταλαιπωρεί…

— Πες μου μόνο αυτό: έχετε ήδη υπογράψει κάτι ή το σκέφτεστε ακόμη;

Εκείνος δεν απάντησε. Έτριψε τη γέφυρα της μύτης του και σηκώθηκε από την καρέκλα.

— Θα το συζητήσουμε άλλη στιγμή. Δεν έχω κουράγιο τώρα.

— Κι εγώ δηλαδή είμαι ξεκούραστη; — είπε με πικρό χαμόγελο. — Αποφάσισες να με βγάλεις από την άκρη, Ανδρέα;

Στεκόταν μπροστά της καμπουριασμένος, σαν μαθητής που ξέχασε την εργασία του.

— Σκέφτομαι τη μητέρα μου…

— Κι εγώ τι είμαι για σένα; Κάποια που απλώς βολεύει;

Εκείνος γύρισε το βλέμμα αλλού. Και τότε η Δήμητρα ένιωσε καθαρά εκείνη τη στιγμή που ο άνθρωπος στέκεται δίπλα σου, αλλά στην πραγματικότητα έχει ήδη απομακρυνθεί, κι ένα ψυχρό, αόρατο κενό αρχίζει να απλώνεται ανάμεσά τους.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής