Η δουλειά άρχισε να αποδίδει καρπούς. Κι ήταν σχεδόν απίστευτο πόση ενέργεια κέρδισα όταν έπαψε εκείνος ο αδιάκοπος, υπόκωφος θόρυβος να βαραίνει το μυαλό μου.
Η Ζωή Κοντού ξεκίνησε να έρχεται τα Σαββατοκύριακα. Όχι αμέσως· στην αρχή κρατούσε απόσταση, φοβόταν μήπως με βρει διαλυμένη, έτοιμη να ξεσπάσω σε κλάματα. Όταν όμως εμφανίστηκε και με είδε όρθια, ήρεμη, γεμάτη ζωή, χαλάρωσε. Κάθισε στην κουζίνα, δοκίμασε τρία κρουασάν το ένα μετά το άλλο και χαμογέλασε.
— Μαμά, χαίρομαι που τους έδιωξες. Δεν τολμούσα να στο πω, αλλά ο Αχιλλέας ήταν άβουλος. Και η μητέρα του… άστο καλύτερα.
Ξεσπάσαμε σε γέλια. Γελάσαμε μέχρι να δακρύσουμε. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν είχα ανακτήσει μόνο το σπίτι μου· είχα ξαναβρεί και την κόρη μου.
Έναν χρόνο μετά, χτύπησε το τηλέφωνο από άγνωστο αριθμό. Απάντησα.
— Δανάη Ρήγα, εγώ είμαι. Μην το κλείσεις. Θέλω να μιλήσουμε.
Έμεινα σιωπηλή.
— Σκέφτηκα… όλα έγιναν υπερβολικά. Δεν περνούσαμε άσχημα. Η μαμά λέει πως τότε ήσουν πολύ πιεσμένη. Ίσως να βρεθούμε;
Πίστευε ότι μπορούσε απλώς να επιστρέψει. Ότι τον περίμενα. Ότι εξακολουθούσε να έχει θέση στη ζωή μου.
— Αχιλλέα Καρακόστας, όσα είχα να πω τα έγραψα πριν από έναν χρόνο. Στον φάκελο που σου άφησα. Τον διάβασες ποτέ ή τον πήρε η Σταματία Μαυρίδη για να μη στενοχωρηθεί;
Στην άλλη άκρη επικράτησε παγωμένη σιωπή.
— Νομίζω πως δεν έχουμε κάτι άλλο να συζητήσουμε. Μην ξανακαλέσεις.
— Γιατί έγινες τόσο σκληρή; Ζήσαμε τόσα χρόνια μαζί.
— Από αυτά τα χρόνια, τα τέσσερα πάλευα να χωρέσω στα μέτρα σας. Να είμαι αρεστή στη μητέρα σου, να μη σε φέρνω σε δύσκολη θέση. Δεν ήμουν όμως ευτυχισμένη. Και κουράστηκα να προσαρμόζομαι για όλους.
Τερμάτισα την κλήση και μπλόκαρα τον αριθμό. Το χέρι μου δεν έτρεμε. Μέσα μου επικρατούσε γαλήνη.
Ο ήλιος πλημμύριζε το δωμάτιο. Πάνω στο τραπέζι βρισκόταν ένα καινούριο συμβόλαιο — μεγάλη αλυσίδα καφέ είχε παραγγείλει τα προϊόντα μου για ολόκληρο μήνα. Το βράδυ θα ερχόταν η Ζωή με μια φίλη της να βοηθήσουν στο εργαστήριο. Η ζωή συνέχιζε την πορεία της. Η δική μου ζωή. Στο δικό μου σπίτι. Με τους δικούς μου όρους.
Και, πάνω απ’ όλα, με κλειδαριές που υπάκουαν μόνο σε εμένα.
Καμιά φορά επιστρέφω με τη σκέψη σε εκείνο το πρωινό. Στις έξι ακριβώς, η Σταματία Μαυρίδη ούρλιαζε στην αυλή όταν συνειδητοποίησε ότι το κλειδί της δεν ταίριαζε πια. Στο πρόσωπό της όταν αντίκρισε τον πίνακα — σαράντα σελίδες με αναλυτικά καταγεγραμμένα τα έξοδα και τις «διευκολύνσεις» της, αποτυπωμένες μία προς μία. Στην αβοήθητη οργή της, όταν κατάλαβε πως, για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια, δεν μπορούσε να μπει μέσα και να οικειοποιηθεί ό,τι θεωρούσε δεδομένο.
Λένε πως πρέπει να συγχωρούμε, να βρίσκουμε συμβιβασμούς, να κρατάμε την οικογένεια ενωμένη. Εγώ έμαθα κάτι διαφορετικό: πρώτα οφείλεις να διαφυλάξεις τον εαυτό σου. Αν δεν οριοθετήσεις τον χώρο σου, κάποιος θα τον καταλάβει — αθόρυβα, σταδιακά, με λόγια περί αγάπης και φροντίδας. Και ξαφνικά θα διαπιστώσεις πως στο ίδιο σου το σπίτι δεν υπάρχει χώρος για εσένα.
Δεν μετάνιωσα που άλλαξα τις κλειδαριές. Το μόνο που εύχομαι είναι να το είχα κάνει νωρίτερα — εκείνη την πρώτη μέρα που η Σταματία Μαυρίδη μετακίνησε το αγαλματίδιο της μητέρας μου και το βάφτισε «ενδιαφέρον».
Τώρα η πόρτα ανοίγει αποκλειστικά για όσους επιλέγω. Όποτε το αποφασίζω εγώ. Και κανένα ξένο κλειδί δεν θα ταιριάξει ξανά στη δική μου κλειδαριά.
