Τα μάτια της Περσεφόνης Θεοχαρίδη γέμισαν δάκρυα.
— Πονούσα τόσο πολύ… Κάθε φορά που σωπαίνατε. Κάθε φορά που εκείνη πετούσε άλλη μια προσβολή κι εσύ δεν έλεγες λέξη. Ένιωθα ξένη. Μόνη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Ο Αχιλλέας Ρήγας κατέβασε το βλέμμα.
— Συγχώρεσέ με, — είπε χαμηλόφωνα. — Φερόμουν σαν ανόητος. Σαν παιδί που δεν κόβει τον ομφάλιο λώρο. Είχες δίκιο σε όσα μου είπες. Όμως θέλω να αλλάξω. Θέλω να είμαι σύζυγός σου με όλη τη σημασία της λέξης. Να στέκομαι δίπλα σου, όχι πίσω από τη μητέρα μου.
Η Περσεφόνη τον κοίταξε προσεκτικά. Στα μάτια του δεν διέκρινε άμυνα ούτε πείσμα. Είδε φόβο μήπως τη χάσει. Είδε αποφασιστικότητα. Δεν άκουγε απλώς λόγια μεταμέλειας· διαισθανόταν μια επιλογή που είχε ήδη παρθεί.
— Δεν μου αρκούν οι υποσχέσεις, — απάντησε ήρεμα. — Χρειάζομαι πράξεις. Ξεκάθαρα όρια με τη μητέρα σου. Σεβασμό για τη δουλειά μου. Ισορροπία στις ευθύνες του σπιτιού.
— Θα τα έχεις, — αποκρίθηκε σταθερά. — Ήδη μίλησα με εταιρεία καθαρισμού· θα έρχονται κάθε εβδομάδα για τα βαριά. Έφτιαξα πρόγραμμα για να αναλαμβάνω το μαγείρεμα συγκεκριμένες μέρες. Και ξεκαθάρισα στη μητέρα μου πως οι επισκέψεις θα γίνονται μόνο κατόπιν συνεννόησης.
Η Περσεφόνη άνοιξε διάπλατα τα μάτια.
— Τα έκανες όλα αυτά;
— Ναι, — της έσφιξε το χέρι. — Δεν αντέχω την ιδέα να σε χάσω. Είσαι ό,τι πιο πολύτιμο έχω. Και θα στο αποδείξω με όσα κάνω, όχι με όσα λέω.
Έμειναν καθισμένοι αντικριστά, τα δάχτυλά τους πλεγμένα. Το τείχος που τους χώριζε δεν κατέρρευσε μονομιάς, όμως άρχισε να ραγίζει. Αργά, σταθερά. Η Περσεφόνη ήξερε πως δεν θα ήταν όλα εύκολα. Θα υπήρχαν πισωγυρίσματα, στιγμές έντασης, δύσκολες συζητήσεις. Και η Βασιλική Αντωνοπούλου δεν θα αποδεχόταν αμέσως τους νέους κανόνες.
Ωστόσο, για πρώτη φορά έπειτα από τρία χρόνια γάμου, ένιωθε πως δεν πολεμούσε μόνη. Ο άντρας της είχε πάρει θέση πλάι της. Κι αυτό έδινε νόημα σε κάθε δάκρυ που είχε χύσει, σε κάθε άγρυπνη νύχτα.
— Πάμε σπίτι; — ρώτησε εκείνος διστακτικά.
Εκείνη έγνεψε.
— Πάμε. Μα άκουσέ με: είναι η τελευταία ευκαιρία. Αν όλα ξαναγίνουν όπως πριν, θα φύγω. Και τότε δεν θα υπάρξει επιστροφή.
— Δεν θα επιστρέψουμε στα ίδια, — απάντησε με βεβαιότητα. — Σου το υπόσχομαι.
Βγήκαν από το καφέ και ο ψυχρός αέρας τους τύλιξε. Παρ’ όλα αυτά, η Περσεφόνη ένιωθε ένα βάρος να φεύγει από το στήθος της. Η οικογένειά της δεν ήταν τέλεια ούτε ανέφελη. Ήταν όμως δική της. Και άξιζε να παλέψει γι’ αυτήν.
Γιατί η αγάπη δεν σημαίνει σιωπηλή αντοχή. Σημαίνει να θέτεις όρια και να τα υπερασπίζεσαι. Σημαίνει αμοιβαίο σεβασμό και προθυμία για αλλαγή. Όταν αυτά υπάρχουν, καμιά καταιγίδα δεν είναι ανυπέρβλητη.
Ακόμη κι εκείνη που εμφανίζεται στην πόρτα κρατώντας μια σακούλα με ψάρια.
