…Σκέφτομαι, λοιπόν, μήπως θα μπορούσες να περάσεις μια μέρα από εδώ να με βοηθήσεις να τα ξεχωρίσουμε; Ό,τι σου αρέσει, μπορείς να το κρατήσεις, να το φορέσεις εσύ, — πρόσθεσε η Στυλιανή Χατζηκωνσταντίνου με έναν τόνο γλυκερό, που πρόδιδε όμως ξεκάθαρα την πρόθεσή της να δελεάσει τη νύφη της.
Η Penelope Theologou ανασήκωσε το φρύδι με εμφανή ειρωνεία.
— Ας σοβαρευτούμε λίγο. Δεν συνηθίζω να φοράω ξένα ρούχα — και μάλιστα μιας μεγαλύτερης κυρίας. Η ντουλάπα μου είναι ήδη γεμάτη.
— Μεγαλύτερη κυρία; Εμένα εννοείς; — αντέδρασε αμέσως η πεθερά, θιγμένη. — Να ξέρεις πως μόλις έχω περάσει τα πενήντα και όλοι λένε πόσο νεανική δείχνω. Εγώ η ίδια νιώθω σαν να είμαι τριάντα πέντε… άντε, σαράντα το πολύ. Εσύ, αντίθετα, μου φέρεσαι με απίστευτη αγένεια. Το έχω αναφέρει πολλές φορές στον γιο μου αυτό.
— Φυσικά, πείτε του τα όλα! — την έκοψε απότομα η Penelope. — Γιατί τόση μετριοφροσύνη; Πείτε πως αισθάνεστε δεκαοκτώ! Αν όντως ήταν έτσι, δεν θα με παίρνατε κάθε τόσο τηλέφωνο για να παραπονιέστε ότι δεν είστε καλά και χρειάζεστε βοήθεια. Δεν πρόκειται να έρθω. Αν θέλετε να ξεκαθαρίσετε τα φορέματά σας, κάντε το μόνες σας.
Το πρόσωπο της Στυλιανής σκλήρυνε.
— Είσαι απρεπής και άξεστη. Έτσι σε μεγάλωσαν; Δεν έχεις ίχνος σεβασμού για τη γυναίκα που έφερε στον κόσμο τον άντρα που αγαπάς;
— Σεβασμό έχω, αλλά έχω μάθει να λέω τα πράγματα όπως είναι, — απάντησε ψυχρά η Penelope.
Κάθε φορά που η συζήτηση κατέληγε σε καβγά, η Στυλιανή τηλεφωνούσε στον Andreas Vlachos και του ανέλυε με κάθε λεπτομέρεια πόσο μόνη και δυστυχισμένη ήταν, πόσο την πλήγωνε η συμπεριφορά της νύφης του.
Η αλήθεια ήταν πως η μοναξιά δεν ήταν προσποιητή. Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο σύζυγός της την είχε εγκαταλείψει και είχε φύγει για να ζήσει με μια συνάδελφό του. Κι όχι, όπως θα περίμενε κανείς, με κάποια νεαρή εντυπωσιακή ξανθιά. Αντίθετα, διάλεξε μια γυναίκα ελαφρώς μεγαλύτερή του, ήσυχη, σχεδόν αόρατη μέσα στο πλήθος. Μια παρουσία που, στα μάτια της Στυλιανής, δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο.
Για καιρό αδυνατούσε να συλλάβει τι είχε συμβεί. Πήγε μέχρι και στο γραφείο του, αποφασισμένη να αντικρίσει τη «αντίζηλο» κατά πρόσωπο. Ήθελε να ανακαλύψει ποιο ήταν το μυστικό αυτής της γυναίκας που, θεωρητικά, υστερούσε σε όλα.
Όμως μπροστά της στάθηκε μια εντελώς συνηθισμένη μορφή. Άχρωμη, άνευρη, χωρίς τίποτα το εντυπωσιακό. Τα χέρια της δεν είχαν καν φροντισμένο μανικιούρ· τα νύχια ήταν απλά, άβαφα. Τα φρύδια της πυκνά και ακαθόριστα, τα μαλλιά της πρόχειρα βαμμένα, σαν να είχε καιρό να επισκεφθεί κομμωτήριο.
Η Στυλιανή κοίταζε εναλλάξ τα δικά της άψογα περιποιημένα άκρα και εκείνα της άλλης γυναίκας, νιώθοντας ένα βάρος να τη συνθλίβει. Πώς ήταν δυνατόν ο άντρας της να προτίμησε μια τόσο απλή, σχεδόν ατημέλητη παρουσία; Εκείνη είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή της στη φροντίδα της εικόνας της, με σχολαστικότητα και πείσμα.
Βγαίνοντας από το κτίριο όπου εργαζόταν ο σύζυγός της, ένιωθε σαν να περπατούσε μέσα σε ομίχλη. Κάτι μέσα της είχε ραγίσει οριστικά, και δεν μπορούσε ακόμη να αντιληφθεί πόσο βαθιά θα άλλαζε αυτό την πορεία της ζωής της.
