Η εικόνα αυτή τον τρόμαξε περισσότερο κι από την οργή της μητέρας του. Η ιδέα να μείνει εγκλωβισμένος σε εκείνο το σπίτι, μόνος με τη Στυλιανή Αναγνωστοπούλου και τις αόρατες κλωστές που τόσα χρόνια τον έπνιγαν, του έφερε ρίγος.
— Μαμά… — ψιθύρισε ο Κυριάκος Ελευθερίου, κάνοντας ένα βήμα πίσω, σαν να αποτραβιόταν από μια φωτιά.
— Μην τολμήσεις! Σε εκβιάζει! — σφύριξε εκείνη, αρπάζοντάς τον από το πέτο με νεύρα που πρόδιδαν πανικό.
Όμως αυτή τη φορά δεν την άκουγε. Το βλέμμα του πήγε από την Αλεξάνδρα Μακρή στη μητέρα του και ξανά πίσω. Κάτι ξεχείλισε.
— Ως εδώ! Ακούς; ΩΣ ΕΔΩ!
Η φωνή του αντήχησε τόσο δυνατά που η μικρή Νεφέλη Μαυρίδη τινάχτηκε τρομαγμένη. Οι καλεσμένοι πάγωσαν στις καρέκλες τους. Η Στυλιανή άφησε το σακάκι του, αποσβολωμένη.
— Δεν αντέχω άλλο! — συνέχισε, και κάθε λέξη έβγαινε σαν να έσκιζε χρόνια σιωπής. — Βαρέθηκα τις διαρκείς επικρίσεις σου, τις συγκρίσεις, τη «σωστή» Δανάη Κοντού που πάντα προβάλλεις ως πρότυπο! Υποτιμάς τη γυναίκα μου μπροστά σε όλους. Τη ΓΥΝΑΙΚΑ μου! Και έχεις το θράσος να τη λες ασήμαντη;
Έτρεμε σύγκορμος. Ποτέ δεν της είχε αντιμιλήσει έτσι.
— Την αγαπώ την Αλεξάνδρα! Μου χάρισε παιδί! Είναι η οικογένειά μου! Εσύ είσαι η μητέρα μου, ναι — αλλά η οικογένειά μου είναι η Αλεξάνδρα και η Νεφέλη! Κουράστηκα να θεωρείς το «αίμα» ανώτερο απ’ όλα. Εγώ διαλέγω να ζήσω ελεύθερος!
Πλησίασε τον κάδο, άρπαξε το ακριβό τραπεζομάντιλο που η Αλεξάνδρα είχε πετάξει και το έριξε ξανά μέσα με αποφασιστική κίνηση.
— Δεν σε νοιάζει το τραπεζομάντιλο! Σε νοιάζει να ελέγχεις τους πάντες. Θέλεις να μας έχεις υποταγμένους!
Η Στυλιανή Αναγνωστοπούλου έμεινε ακίνητη, σαν να είχε μετατραπεί σε πέτρα. Δεν είχε προβλέψει τέτοια αντίδραση. Το οικοδόμημα της βεβαιότητάς της έτριζε.
Η Αλεξάνδρα τον κοιτούσε άφωνη. Στα μάτια της δεν υπήρχε θρίαμβος — μόνο κατάπληξη και μια σπίθα ελπίδας που είχε χρόνια να φανεί.
Ο Κυριάκος στάθηκε μπροστά της, κράτησε απαλά το πρόσωπό της και γύρισε προς τους παρευρισκόμενους.
— Φεύγουμε. Μαζί με την Αλεξάνδρα και τη Νεφέλη. Δεν θα ξαναπεράσουμε αυτό το κατώφλι αν δεν ζητήσεις ειλικρινή συγγνώμη. Όχι για το τραπεζομάντιλο — για την προσβολή. Για το ότι την αποκάλεσες «κανένα».
Χωρίς άλλη λέξη, σήκωσε τη μικρή στην αγκαλιά του.
— Έλα, αγάπη μου. Πάμε σπίτι.
Βγήκαν έξω. Ο παγωμένος αέρας της Πρωτοχρονιάς γέμισε τα πνευμόνια της Αλεξάνδρας και της φάνηκε σαν καθαρτήριο. Ένιωσε να ξεκολλά από πάνω της το βάρος του «πρέπει να αντέχω».
Και η Στυλιανή;
Μόλις η πόρτα έκλεισε, άφησε έναν παράξενο πνιχτό ήχο και σωριάστηκε στο πάτωμα. Μια γνώριμη τακτική — λιποθυμία για εντυπωσιασμό.
Η Δανάη Κοντού και ο Περικλής Πέτρου έτρεξαν κοντά της αναστατωμένοι. Ο Κυριάκος και η Αλεξάνδρα, όμως, βρίσκονταν ήδη σε ταξί, απομακρυνόμενοι.
Η Αλεξάνδρα κουλουριάστηκε δίπλα του. Τα χέρια του την κρατούσαν σφιχτά.
— Το εννοούσες; Ότι… είμαι προτεραιότητά σου; — μουρμούρισε.
Εκείνος φίλησε τα μαλλιά της.
— Δεν είναι θέμα προτεραιότητας. Είσαι η ζωή μου. Και δεν στάθηκα δίπλα σου όπως έπρεπε. Αυτό ήταν το μεγαλύτερό μου λάθος. Από σήμερα, κανείς δεν θα σε μειώσει ξανά. Κανείς.
Για πρώτη φορά ένιωσε αληθινά ασφαλής. Όχι χάρη σε υποσχέσεις, αλλά χάρη σε πράξεις. Ήξερε πως η πορεία για να μπουν όρια θα ήταν μακρά και δύσκολη. Όμως το πιο απαιτητικό βήμα είχε ήδη γίνει. Δεν σώπασε — και ο άντρας της στάθηκε στο πλευρό της.
Όσο για τη Στυλιανή Αναγνωστοπούλου; Ας μείνει λίγο ξαπλωμένη. Ίσως έτσι αντιληφθεί πώς είναι να χάνει κανείς τον έλεγχο της «δεμένης με αίμα» οικογένειάς του.
