Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν απλώς απουσία ήχου∙ ήταν ένα βάρος που πλάκωσε τα πάντα. Η Στυλιανή Αναγνωστοπούλου ανοιγόκλεινε το στόμα της σπασμωδικά, σαν να της είχαν στερήσει τον αέρα. Το πρόσωπό της, πριν κατακόκκινο από οργή, έχασε το χρώμα του και πήρε μια άρρωστη, πρασινωπή απόχρωση. Δεν είχε πεταχτεί απλώς ένα τραπεζομάντιλο στα σκουπίδια. Είχε τσαλακωθεί το κύρος της μπροστά σε όλους — και μάλιστα για κάτι που κόστιζε ακριβά.
Ο Κυριάκος Ελευθερίου τινάχτηκε όρθιος σαν να τον είχαν χτυπήσει με ρεύμα.
— Αλεξάνδρα! Έχεις χάσει το μυαλό σου; — άρπαξε το χέρι της. — Μιλάμε για χρήματα! Για τη μητέρα μου! Αυτό είναι απαράδεκτο!
Εκείνη τράβηξε απότομα το χέρι της. Επιτέλους, μια αντίδραση. Μόνο που δεν ήταν αυτή που περίμενε.
— Σοβαρά; Σε νοιάζουν τα χρήματα τώρα, Κυριάκο; — τον κοίταξε κατάματα. — Μόλις με αποκάλεσε «κανέναν». Μπροστά σε όλους! Κι εσύ έμεινες ακίνητος, σαν να φοβόσουν να αναπνεύσεις χωρίς την άδειά της. Ζυγίζεις το κόστος ενός υφάσματος την ώρα που εξευτελίζουν τη γυναίκα σου και τη μητέρα του παιδιού σου;
Η Στυλιανή ήδη ψέλλιζε με δραματικό τόνο:
— Τι είναι αυτά που συμβαίνουν… Θεέ μου…
Η Αλεξάνδρα στράφηκε προς το μέρος της.
— Κυρία Αναγνωστοπούλου, ίσως είναι η στιγμή να διορθώσετε τον γιο σας.
Η φωνή της ήταν σταθερή, καθαρή. Δεν υπήρχε ίχνος υστερίας. Μόνο απόφαση.
— Κυριάκο, — συνέχισε, — έχεις ακριβώς τρία λεπτά. Όσο θα ντύνω τη Νεφέλη. Θα πας στη μητέρα σου και θα της πεις ξεκάθαρα: «Μαμά, έκανες λάθος. Πρόσβαλες τη σύζυγό μου. Ζήτησέ της συγγνώμη τώρα. Διαφορετικά, φεύγουμε και δεν ξαναπερνάμε αυτό το κατώφλι».
Σήκωσε το κινητό της.
— Τρία λεπτά. Ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω. Αν δεν το κάνεις, μένεις εδώ. Θα είσαι ο αφοσιωμένος γιος. Κι εγώ θα είμαι εκείνη που έφυγε με την κόρη σου.
Δεν περίμενε απάντηση. Κατευθύνθηκε στο δωμάτιο της Νεφέλης χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Τα εκατόν ογδόντα αυτά δευτερόλεπτα φάνηκαν αιώνας. Ο Κυριάκος στεκόταν στο σαλόνι σαν άνθρωπος μπροστά σε σταυροδρόμι. Από τη μία, η μητέρα του — τα δάκρυά της, η επιρροή της, η γνώριμη ενοχή. Από την άλλη, η Αλεξάνδρα — η οργή της, η αξιοπρέπεια, η ξεκάθαρη απειλή.
Οι καλεσμένοι είχαν παγώσει. Ο Περικλής Πέτρου, ο μεγαλύτερος αδελφός του, μουρμούρισε χαμηλόφωνα:
— Φίλε, τώρα είναι που κρίνονται όλα.
Η Στυλιανή, βλέποντας την αμφιταλάντευση του γιου της, όρμησε κοντά του και τον έπιασε από το σακάκι.
— Μην τολμήσεις! Σε εκβιάζει! Θέλει να μας διαλύσει! Μη γίνεις παιχνίδι στα χέρια της!
— Φτάνει, μητέρα! — αποτραβήχτηκε απότομα. Το βλέμμα του καρφώθηκε στην κλειστή πόρτα. Ήξερε πολύ καλά πως η Αλεξάνδρα δεν μπλόφαρε.
Η πόρτα άνοιξε. Η Αλεξάνδρα εμφανίστηκε κρατώντας τη Νεφέλη, ντυμένη με το παλτό της. Το κοριτσάκι κρατούσε αμέριμνα τη σακούλα με τα «Λέγκο», ανίδεο για τη θύελλα.
Η Αλεξάνδρα δεν μίλησε. Σήκωσε απλώς τον καρπό της και έδειξε το ρολόι. Ο χρόνος είχε τελειώσει.
Ο Κυριάκος πήρε μια βαθιά ανάσα και πλησίασε τη μητέρα του. Τα χείλη του άνοιξαν για να σχηματίσουν τις λέξεις που θα καθόριζαν το μέλλον του.
Η Αλεξάνδρα στεκόταν στο κατώφλι, το χέρι της σφιχτά γύρω από τα δάχτυλα της Νεφέλης. Το βλέμμα της ήταν παγωμένο, διάφανο σαν χειμωνιάτικο τζάμι. Δεν ανοιγόκλεινε καν τα μάτια. Ένα μόνο μήνυμα υπήρχε μέσα του: Διάλεξε.
Ο Κυριάκος ένιωθε να τον τραβούν από δύο αντίθετες κατευθύνσεις. Από τη μία, η μητέρα του, που τον πίεζε με λυγμούς και κατηγορίες. Από την άλλη, η γυναίκα του, που δεν ύψωνε τη φωνή αλλά στεκόταν ακλόνητη στην αλήθεια της. Διέκρινε την αποδοκιμασία στο πρόσωπο του Περικλή και την αμηχανία στα μάτια των καλεσμένων.
Και τότε κάτι ράγισε μέσα του — όχι από αδυναμία, αλλά σαν να έσπαγε ένα παλιό κέλυφος. Για μια στιγμή φαντάστηκε την Αλεξάνδρα να φεύγει στ’ αλήθεια. Να κλείνει πίσω της την πόρτα. Να μένει ο ίδιος εκεί, μέσα σε αυτή τη βαριά, ασφυκτική ατμόσφαιρα, μόνος με τη μητέρα του και τις σκιές που ποτέ δεν τόλμησε να αντιμετωπίσει.
