— Ποιος ξέρει τι μπορεί να συμβεί αύριο; Αν βρεθείς, ας πούμε, με χρέη, το σπίτι κινδυνεύει! Αν όμως περάσει στο όνομά μου, θα είμαστε προστατευμένοι!
Η Ειρήνη Μαυρογιάννης δεν απάντησε αμέσως. Για πρώτη φορά μέσα σε πέντε χρόνια γάμου κοίταξε πραγματικά τον Αλέξανδρο Πανταζή και είδε καθαρά αυτό που δεν ήθελε να παραδεχτεί: ανασφάλεια, εξάρτηση από τη μητέρα του, ευκολία στο να επηρεάζεται.
— Όχι, — ψιθύρισε τελικά.
— Όχι; Τι σημαίνει αυτό;
— Δεν πρόκειται να μεταβιβάσω το διαμέρισμα.
Εκείνος πετάχτηκε όρθιος, σαν να τον διαπέρασε ρεύμα.
— Δηλαδή δεν μου έχεις εμπιστοσύνη; Είμαι ο άντρας σου!
— Ακριβώς επειδή είσαι ο άντρας μου, σου έχω εμπιστοσύνη, — απάντησε ήρεμα. — Όμως δεν θα ρισκάρω την περιουσία που μου άφησαν οι γονείς μου.
Έφυγε χτυπώντας δυνατά την πόρτα. Και από την επόμενη κιόλας μέρα ξεκίνησε η πολιορκία.
Η Σταματία Χαραλάμπους άρχισε να εμφανίζεται καθημερινά, απροειδοποίητα. Με το αντικλείδι της άνοιγε την πόρτα σαν να βρισκόταν στο δικό της σπίτι και εγκαθίστατο στην κουζίνα με ύφος οικοδέσποινας.
— Ειρηνάκι μου, το σκέφτηκα καλύτερα, — έλεγε με προσποιητή γλυκύτητα. — Είσαι συνετή κοπέλα. Δεν αντιλαμβάνεσαι πόσο απαραίτητη είναι η ασφάλεια για ένα νέο ζευγάρι;
Η Ειρήνη συνέχιζε να πλένει τα πιάτα, χωρίς να σχολιάζει.
— Σκέψου το λογικά. Το σπίτι είναι δικό σου. Αν, ο μη γένοιτο, σου συμβεί κάτι, ο Αλέξανδρος θα μείνει ξεκρέμαστος! Το παιδί μου! Είναι τόσο άπειρος… χωρίς καθοδήγηση θα χαθεί!
— Κυρία Σταματία, αν μου συμβεί κάτι, ο νόμος προβλέπει ότι το ακίνητο περνά στον σύζυγο, — απάντησε γυρίζοντας προς το μέρος της. — Άρα οι φόβοι σας δεν έχουν βάση.
Τα χείλη της πεθεράς της σφίχτηκαν.
— Ο νόμος, ναι… Κι αν εμφανιστεί κανένας μακρινός συγγενής; Ποτέ δεν ξέρεις. Καλύτερα να προλαμβάνεις.
— Δεν υπάρχουν άλλοι συγγενείς. Το γνωρίζετε.
— Ακόμα περισσότερο! — ύψωσε τα χέρια θεατρικά. — Τι το χρειάζεσαι εσύ όλο αυτό; Δεν είσαι επιχειρηματίας ούτε καμιά μεγιστάνας. Μια απλή γυναίκα είσαι. Ο Αλέξανδρος όμως πρέπει να έχει εξασφαλισμένο το μέλλον του. Είναι ο αρχηγός της οικογένειας!
Ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη της Ειρήνης.
— Αρχηγός που χρειάζεται τη μαμά του για να τακτοποιήσει τα περιουσιακά του; Συγγνώμη, αλλά δεν με πείθετε.
Το πρόσωπο της Σταματίας σκλήρυνε.
— Άκουσέ με καλά. Σου μιλάω καλοπροαίρετα. Τώρα λύνεται ήρεμα. Μετά ίσως να μην είναι τόσο απλό.
— Αυτό ακούγεται σαν απειλή.
— Απειλή; Μα τι λες! — απάντησε με ζαχαρένιο χαμόγελο. — Μόνο το καλό σας θέλω.
Έφυγε, όμως η πίεση δεν σταμάτησε. Ο Αλέξανδρος μπήκε κι εκείνος στην ίδια γραμμή.
Κάθε βράδυ επαναλαμβανόταν το ίδιο σκηνικό. Το θέμα πάντα το ίδιο: μεταβίβαση, σταθερότητα, προοπτική, μελλοντικά παιδιά που ακόμη δεν υπήρχαν. Όλα επιστρατεύονταν.
— Σχεδιάζουμε να κάνουμε οικογένεια, — έλεγε ξαπλωμένος και κοιτώντας το ταβάνι. — Τι θα τους πεις όταν μεγαλώσουν; Ότι δεν εμπιστεύτηκες τον πατέρα τους;
— Θα τους πω την αλήθεια. Ότι προστάτεψα αυτό που μου άφησαν οι γονείς μου.
— Μα δεν είναι πια των γονιών σου! — φώναξε. — Είναι δικό μας. Πέντε χρόνια ζούμε εδώ! Εγώ έκανα την ανακαίνιση!
— Το μόνο που πρόσθεσες ήταν δυο γαντζάκια στο μπάνιο, — του απάντησε ψυχρά. — Τα υπόλοιπα τα πλήρωσα και τα οργάνωσα εγώ, με δικά μου χρήματα.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά, αλλά όλοι καταλάβαιναν πως αυτή η σύγκρουση δεν είχε ακόμη φτάσει στο τέλος της.
