Η Νεφέλη Δημητριάδη σηκώθηκε απότομα και κάρφωσε το βλέμμα της στον Περικλή Πανταζή.
— Περικλή, μιλάς σοβαρά όταν λες πως δεν καταλαβαίνεις;
— Τι ακριβώς να καταλάβω; Προτείναμε μια λογική λύση, αυτό μόνο.
— Δεν «προτείνατε» τίποτα. Αποφασίσατε ερήμην μου.
Εκείνος άφησε έναν βαρύ αναστεναγμό.
— Νεφέλη, είμαστε παντρεμένοι. Ό,τι έχουμε ανήκει και στους δυο μας. Γιατί το παίρνεις τόσο βαριά;
Η Νεφέλη σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο. Η βροχή είχε δυναμώσει, και το γκρίζο του ουρανού καθρεφτιζόταν στο τζάμι.
— Αυτό που κληρονόμησα είναι από τη γιαγιά μου. Από τη Σταματία Ρούσσος. Το άφησε σε μένα. Όχι «σε εμάς».
— Και λοιπόν; Ζούμε κάτω από την ίδια στέγη, κάνουμε κοινά σχέδια. Από πότε αρχίζουμε να τα χωρίζουμε σε δικά σου και δικά μου;
Γύρισε προς το μέρος του, τα μάτια της σκοτεινά.
— Από τη στιγμή που μου ζητάς να καλύψω με τη δική μου κληρονομιά ένα δάνειο που πήρες χωρίς να με ενημερώσεις.
Τα λόγια της έπεσαν βαριά. Μερικούς μήνες πριν, ο Περικλής είχε συνάψει δάνειο για να επεκτείνει την επιχείρησή του. Εκείνη το είχε μάθει τυχαία, βρίσκοντας τα έγγραφα σε ένα συρτάρι. Τότε της είχε υποσχεθεί πως θα το εξοφλούσε γρήγορα. Έξι μήνες μετά, η οφειλή παρέμενε.
— Αυτό είναι διαφορετικό… — προσπάθησε να δικαιολογηθεί.
— Καθόλου διαφορετικό. Πήρες μια απόφαση μόνος σου. Και τώρα περιμένεις να τη χρηματοδοτήσω εγώ.
— Δεν σου ζητάω να τη χρηματοδοτήσεις! Απλώς σκέφτηκα μια πιθανότητα!
— Μια πιθανότητα που είχες ήδη συζητήσει με τη μητέρα σου.
Εκείνος άρχισε να περπατά νευρικά μέσα στο δωμάτιο, περνώντας τα χέρια του στο πρόσωπό του.
— Ας ηρεμήσουμε. Δεν βγάζει πουθενά να μιλάμε έτσι.
— Είμαι απολύτως ήρεμη.
— Όχι, είσαι φορτισμένη.
Δεν ήθελε να συνεχίσει. Η ένταση την είχε εξαντλήσει.
— Θέλω λίγο χρόνο μόνη μου. Σε παρακαλώ.
Ο Περικλής δίστασε για μια στιγμή, έπειτα βγήκε από το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Η Νεφέλη κάθισε ξανά στο κρεβάτι. Τα δάχτυλά της έτρεμαν ακόμη. Θυμός, απογοήτευση, πίκρα — όλα ανακατεμένα.
Η γιαγιά της είχε φροντίσει να της εξασφαλίσει μια βάση, γνωρίζοντας πόσο δύσκολα είχε σταθεί στα πόδια της μετά τον χαμό των γονιών της. Κι όμως, μέσα σε λίγες ώρες, η κληρονομιά είχε μετατραπεί σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Πήρε το κινητό της και κάλεσε τη Χριστίνα Ζαχαριάδη.
— Έλα, Νεφέλη! Τι νέα;
— Μπορώ να περάσω από σένα;
— Φυσικά. Τι έγινε;
— Θα σου πω από κοντά.
Λίγη ώρα αργότερα, βγήκε από το διαμέρισμα. Στο σαλόνι, ο Περικλής και η Δέσποινα Ορφανίδη συζητούσαν χαμηλόφωνα. Δεν τους κοίταξε καν.
— Πού πας; — τη ρώτησε εκείνος.
— Στη Χριστίνα.
— Πότε θα επιστρέψεις;
— Δεν ξέρω.
Η βροχή την υποδέχτηκε πιο δυνατή. Άνοιξε ομπρέλα, μπήκε στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς τη γειτονιά της φίλης της. Όταν έφτασε, η Χριστίνα της άνοιξε σχεδόν αμέσως.
— Έλα μέσα, έχεις γίνει μούσκεμα.
Η Νεφέλη άφησε το παλτό, κάθισε στον καναπέ και τύλιξε τα μαλλιά της με μια πετσέτα που της έφερε η φίλη της.
— Θα πιεις κάτι ζεστό;
— Ένα τσάι, ευχαριστώ.
Όταν επέστρεψε η Χριστίνα με δύο κούπες, κάθισε απέναντί της.
— Λοιπόν;
Η Νεφέλη της εξήγησε τα πάντα: την πρόταση για πώληση των διαμερισμάτων, το δάνειο, τη στάση της Δέσποινας. Η Χριστίνα άκουγε σιωπηλή, με συνοφρυωμένο μέτωπο.
— Συγγνώμη κιόλας, αλλά έχουν ξεπεράσει τα όρια, — είπε τελικά. — Είναι δικό σου δικαίωμα. Πώς τολμούν να το θεωρούν δεδομένο;
— Δεν το απαιτούν ανοιχτά. Το παρουσιάζουν σαν τη μόνη «σωστή» λύση.
— Κι ο Περικλής;
— Στέκεται στο πλευρό της μητέρας του. Μιλά για οικογένεια, για κοινά βάρη.
Η Χριστίνα χαμογέλασε ειρωνικά.
— Άλλο η αλληλοστήριξη κι άλλο να βάζεις χέρι σε ξένη περιουσία. Αν τώρα υποχωρήσεις, μετά θα έρθουν κι άλλα.
Η Νεφέλη το ήξερε. Η γιαγιά της της είχε μάθει πως μια γυναίκα οφείλει να διατηρεί την αυτονομία της.
— Τι θα έκανες στη θέση μου;
— Πρώτα απ’ όλα, μην πάρεις καμία απόφαση υπό πίεση. Και ίσως να συμβουλευτείς έναν δικηγόρο. Να ξέρεις ακριβώς πού στέκεσαι νομικά.
Η ιδέα της φάνηκε λογική. Έπρεπε να σκεφτεί ψύχραιμα.
— Έχεις δίκιο. Ευχαριστώ.
— Αν θες, μείνε εδώ απόψε.
— Όχι. Θα επιστρέψω. Πρέπει να μιλήσουμε ξεκάθαρα.
Το ίδιο βράδυ, όταν γύρισε, η Δέσποινα είχε φύγει. Ο Περικλής καθόταν μπροστά στην τηλεόραση. Η Νεφέλη κάθισε απέναντί του.
— Χρειαζόμαστε μια καθαρή συζήτηση.
Εκείνος έκλεισε την τηλεόραση.
— Σε ακούω.
— Δεν σκοπεύω να πουλήσω τίποτα για να καλυφθεί το δάνειο. Αν θελήσω να κάνω κάτι με την περιουσία μου, θα το αποφασίσω εγώ. Μπορούμε να το συζητήσουμε, αλλά η τελική επιλογή είναι δική μου.
Το πρόσωπό του σκλήρυνε.
— Δηλαδή δεν θέλεις να με στηρίξεις;
— Δεν δέχομαι να πιέζομαι. Άλλο η στήριξη, άλλο ο εκβιασμός.
— Κανείς δεν σε εκβιάζει!
— Όταν μου παρουσιάζετε κάτι ως τετελεσμένο, αυτό είναι πίεση.
Εκείνος σηκώθηκε εκνευρισμένος.
— Κάνε ό,τι νομίζεις. Μην περιμένεις όμως να χαίρομαι γι’ αυτό.
Βγήκε από το δωμάτιο, αφήνοντάς τη μόνη. Η σιωπή που ακολούθησε ήταν παγωμένη.
Το επόμενο πρωί, ο ήχος του κινητού της έσπασε τη σιωπή του σπιτιού· στην οθόνη εμφανίστηκε το όνομα της Δέσποινας Ορφανίδη.
