Η Νεφέλη Δημητριάδη βγήκε από το γραφείο του συμβολαιογράφου και στάθηκε για μια στιγμή στο πεζοδρόμιο, γεμίζοντας τα πνευμόνια της με τον ψυχρό αέρα του φθινοπώρου. Η ατμόσφαιρα μύριζε βρεγμένο χώμα και σαπισμένα φύλλα· ο ουρανός ήταν βαριά συννεφιασμένος και τα παπούτσια της βούλιαζαν ελαφρά στο υγρό χαλί που είχε στρωθεί στο έδαφος. Κρατούσε σφιχτά έναν μπλε φάκελο. Μέσα βρίσκονταν τα επίσημα έγγραφα που πιστοποιούσαν την κληρονομιά της: τρία διαμερίσματα σε διαφορετικά σημεία της πόλης και ένα εξοχικό στη Νάουσα.
Έξι μήνες είχαν περάσει από τότε που έφυγε από τη ζωή η Σταματία Ρούσσος, κι όμως ο πόνος δεν είχε κοπάσει. Για τη Νεφέλη, η γιαγιά της δεν ήταν απλώς συγγενής· ήταν το μοναδικό της στήριγμα, ο άνθρωπος που την άκουγε χωρίς να την κρίνει. Τα καλοκαίρια των παιδικών της χρόνων τα περνούσε στη Νάουσα, στο σπίτι με την αυλή γεμάτη μηλιές. Εκεί επικρατούσε γαλήνη· ο αέρας μοσχοβολούσε φρεσκοκομμένο γρασίδι και ώριμα φρούτα. Η γιαγιά της τής έμαθε να ζυμώνει, να φροντίζει τα φυτά, να σέβεται τη γη. Τα βράδια της αφηγούνταν ιστορίες από τα νεανικά της χρόνια, ιστορίες που έδεναν τη μικρή Νεφέλη με έναν κόσμο σταθερό και ασφαλή.
Οι γονείς της είχαν χαθεί σε τροχαίο δυστύχημα όταν εκείνη ήταν μόλις οκτώ ετών. Από τότε, η Σταματία Ρούσσος έγινε τα πάντα: μητέρα, πατέρας, φίλη, καθοδηγήτρια. Φρόντισε να σπουδάσει, στάθηκε δίπλα της στον γάμο της με τον Περικλή Πανταζή και δεν της αρνήθηκε ποτέ στήριξη. Και τώρα, της άφησε ολόκληρη την περιουσία της.
Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, η Νεφέλη ακούμπησε τον φάκελο στο διπλανό κάθισμα και έβαλε μπροστά τη μηχανή. Στη διαδρομή προς το σπίτι, οι σκέψεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Τρία διαμερίσματα και ένα εξοχικό σήμαιναν επιλογές. Θα μπορούσαν άραγε να μετακομίσουν εκτός πόλης; Το σπίτι στη Νάουσα ήταν ευρύχωρο, με μεγάλο οικόπεδο — ιδανικό για να δημιουργήσει έναν κήπο όπως εκείνον της γιαγιάς. Ή ίσως να κρατούσαν ένα διαμέρισμα για τους ίδιους και να εκμίσθωναν τα υπόλοιπα, εξασφαλίζοντας ένα σταθερό επιπλέον εισόδημα. Οι δυνατότητες άνοιγαν μπροστά της, αλλά ήθελε χρόνο.
Σταμάτησε μπροστά στην πολυκατοικία τους, πήρε τον φάκελο και ανέβηκε στον πέμπτο όροφο. Μόλις ξεκλείδωσε, άκουσε φωνές από το σαλόνι. Ο Περικλής και η μητέρα του, η Δέσποινα Ορφανίδη, συζητούσαν ζωηρά. Έβγαλε τα παπούτσια της, κρέμασε το παλτό και κατευθύνθηκε προς τα εκεί.

Ο Περικλής καθόταν στον καναπέ με μια κούπα καφέ στο χέρι. Η Δέσποινα Ορφανίδη είχε απλώσει πάνω στο τραπεζάκι περιοδικά διακόσμησης και του έδειχνε φωτογραφίες.
— Κοίτα αυτό το πλακάκι για το μπάνιο, είναι εξαιρετικό, έλεγε. Φωτεινό, πρακτικό και σε καλή τιμή.
— Μαμά, δεν έχουμε αποφασίσει καν πότε θα ξεκινήσουμε ανακαίνιση, απάντησε εκείνος με αμηχανία.
— Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να οργανωθούμε από νωρίς. Τέτοια πράγματα θέλουν προγραμματισμό.
Η Νεφέλη στάθηκε στο κατώφλι. Ο Περικλής την αντιλήφθηκε και χαμογέλασε.
— Ήρθες! Πώς πήγε;
— Ολοκληρώθηκε η διαδικασία, είπε ήρεμα και ακούμπησε τον φάκελο στο τραπέζι. Πήρα τα πιστοποιητικά.
Η Δέσποινα έκλεισε το περιοδικό.
— Άρα τώρα είναι όλα επίσημα;
— Ναι, όλα τακτοποιήθηκαν.
Ο Περικλής χτύπησε παλαμάκια με ενθουσιασμό.
— Επιτέλους! Νόμιζα πως η γραφειοκρατία δεν θα τελείωνε ποτέ.
— Τουλάχιστον κάτι ευχάριστο, σχολίασε η Δέσποινα με νόημα.
Η Νεφέλη κάθισε και άνοιξε τον φάκελο. Άπλωσε μπροστά τους τα έγγραφα.
— Έχουμε ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο, ένα δυάρι στα προάστια, ένα τριάρι σε βόρεια συνοικία κοντά στο μετρό και το εξοχικό στη Νάουσα, εκατόν είκοσι τετραγωνικά, με οικόπεδο δώδεκα στρεμμάτων.
Η Δέσποινα έσκυψε να δει καλύτερα.
— Το τριάρι σε ποια περιοχή ακριβώς;
— Στα βόρεια, δίπλα σε σταθμό.
— Εξαιρετική τοποθεσία. Θα πιάσει καλή τιμή αν το πουλήσετε.
Η Νεφέλη συνοφρυώθηκε.
— Δεν σκέφτομαι να πουλήσω κάτι άμεσα.
— Κακώς, απάντησε η πεθερά της κοφτά. Τα χρήματα χρειάζονται. Μιλάγατε για ανακαίνιση. Από πού θα βρεθούν τα κεφάλαια;
Ο Περικλής συμφώνησε.
— Έχουμε και το δάνειο, θυμήσου. Και το αυτοκίνητο είναι για αντικατάσταση. Είναι ευκαιρία.
Η καρδιά της Νεφέλης σφίχτηκε.
— Είναι η κληρονομιά της γιαγιάς μου. Θέλω πρώτα να το σκεφτώ.
— Να σκεφτείς τι; παρενέβη η Δέσποινα σταυρώνοντας τα χέρια. Δεν μπορείς να κατοικείς και στα τρία. Γιατί να μένουν κλειστά; Ή μήπως δεν θεωρείς τον Περικλή οικογένεια;
Η αιχμή ήταν ξεκάθαρη. Η Νεφέλη ένιωσε να κατηγορείται άδικα.
— Τον θεωρώ οικογένεια. Όμως η περιουσία αυτή είναι δική μου. Χρειάζομαι χρόνο.
— Ο χρόνος κοστίζει, απάντησε ψυχρά η Δέσποινα. Η αγορά αλλάζει.
Ο Περικλής άγγιξε τον ώμο της.
— Ας πουλήσουμε το μικρό στο κέντρο. Θα αποφέρει καλό ποσό. Ξεχρεώνουμε, φτιάχνουμε το σπίτι και βοηθάμε και τη μαμά.
Η Νεφέλη τινάχτηκε.
— Να βοηθήσουμε τη μητέρα σου; Πώς προκύπτει αυτό;
— Μας έχει στηρίξει τόσα χρόνια, είπε εκείνος. Στον γάμο, στην προκαταβολή του σπιτιού. Δεν είναι σωστό να ανταποδώσουμε;
Σηκώθηκε όρθια, με το πρόσωπο κατακόκκινο.
— Δεν πρόκειται να πουλήσω περιουσία της γιαγιάς μου για να μοιράζω χρήματα.
Η Δέσποινα σηκώθηκε επίσης.
— Αποκαλείς «μοίρασμα» τη στήριξη στην οικογένεια του άντρα σου;
— Το αποκαλώ έτσι όταν αποφασίζετε για κάτι που μου ανήκει χωρίς να με ρωτήσετε!
Ο Περικλής μπήκε ανάμεσά τους.
— Ηρέμησε. Συζήτηση κάνουμε.
— Συζήτηση; Έχετε ήδη καταστρώσει σχέδιο!
— Μην υπερβάλλεις, είπε η Δέσποινα με αποδοκιμασία. Θέλουμε απλώς να αξιοποιηθεί σωστά η περιουσία.
— Δεν ζήτησα καθοδήγηση! Θα το διαχειριστώ μόνη μου!
Πήρε τα έγγραφα και κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και κάθισε στο κρεβάτι. Τα χέρια της έτρεμαν. Η χαρά της κληρονομιάς είχε μετατραπεί σε πικρία. Δεν είχε προλάβει καν να πενθήσει πραγματικά, και ήδη το θέμα είχε γίνει αντικείμενο διανομής.
Από το σαλόνι ακούγονταν χαμηλοί ψίθυροι. Άφησε τα χαρτιά στο κομοδίνο και ξάπλωσε κοιτάζοντας το ταβάνι. Έξω ψιλόβρεχε· οι σταγόνες χτυπούσαν ρυθμικά το τζάμι.
Λίγο αργότερα, η πόρτα άνοιξε απαλά. Ο Περικλής μπήκε μέσα και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.
— Νεφέλη, γιατί αντέδρασες έτσι;
