— Βούλωσ’ το, παράσιτο! — ξέσπασε, πλησιάζοντας απειλητικά την πολυθρόνα. — Όλη μέρα κάθεσαι και δεν κάνεις τίποτα! Για όλα εσύ φταις! Αν ήσουν έστω και λίγο χρήσιμη, αν έπλενες έστω το πιάτο σου μια φορά, δεν θα αναγκαζόμουν να ζητάω χάρη από εκείνη την… τυχοδιώκτρια! Μετέτρεψες το σπίτι μου σε στάβλο κι εγώ να καθαρίζω από πίσω σου;
— Δεν σου είπα να την πάρεις τηλέφωνο για να την ταπεινώσεις! — αντέτεινε η Ευγενία Μαυροπούλου, πεταγόμενη όρθια. — Δικά σου είναι αυτά τα παιχνίδια, μητέρα! Σου αρέσει να μας βάζεις τον έναν απέναντι στον άλλον και να βλέπεις τον Μιχαήλ Γρηγορόπουλο να διαλύεται στη μέση! Μόνο που δεν υπολόγισες ότι θα ξεσπούσε! Τώρα πετάει τα δικά μου πράγματα στα σκουπίδια, όχι τα δικά σου!…
Στάθηκαν αντικριστά, σαν δύο αντίπαλες που για χρόνια συμπορεύονταν ενωμένες απέναντι σε όλους — και κυρίως απέναντι στη Δάφνη Κωνσταντινίδη. Όμως, μόλις ο κοινός τους στόχος αντεπιτέθηκε και απομακρύνθηκε, η συμμαχία τους άρχισε να τρίζει. Όσα κρατούσαν μέσα τους βγήκαν στην επιφάνεια: πικρία, ζήλια, αλληλοκατηγορία.
Το κουδούνι ήχησε απότομα, επίμονα, σαν να το πίεζε κάποιος με ολόκληρη την παλάμη. Πάγωσαν και αντάλλαξαν βλέμματα γεμάτα ανησυχία. Η Αγγελική Θεοδωρίδου πήγε να ανοίξει, προσπαθώντας ταυτόχρονα να φορέσει μια έκφραση πληγωμένης αθωότητας.
Στο κατώφλι στεκόταν ο Μιχαήλ Γρηγορόπουλος. Δεν φώναζε. Δεν έδειχνε εξοργισμένος. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο — μια ηρεμία που προκαλούσε μεγαλύτερο φόβο από οποιαδήποτε κραυγή. Το βλέμμα του, σκοτεινό και ψυχρό, περιπλανήθηκε στον διάδρομο, στάθηκε για λίγο στο σκονισμένο έπιπλο, γλίστρησε προς το σαλόνι όπου η αδελφή του είχε μείνει ακίνητη, κι έπειτα καρφώθηκε στη μητέρα του. Δεν χαιρέτησε. Δεν είπε λέξη.
Πέρασε ανάμεσά τους σιωπηλός, κατευθυνόμενος κατευθείαν προς το εσωτερικό του σπιτιού.
— Μιχαήλ, παιδί μου, έχεις παρεξηγήσει τα πράγματα! Αυτή η Δάφνη… — άρχισε η Αγγελική Θεοδωρίδου πίσω του, μα εκείνος δεν γύρισε καν.
Μπήκε στο δωμάτιο της Ευγενίας Μαυροπούλου — στο βασίλειό της, στο καταφύγιο της «πριγκίπισσας» που ζούσε με τα δικά του χρήματα. Χωρίς να ρίξει ματιά τριγύρω, άνοιξε απότομα την ντουλάπα και τράβηξε από μέσα μεγάλες μαύρες σακούλες απορριμμάτων, αγορασμένες αλλά αχρησιμοποίητες. Με κινήσεις ψυχρές, σχεδόν επαγγελματικές, άρχισε να κατεβάζει από τις κρεμάστρες φορέματα, επώνυμα τζιν, μπλούζες, και να τα ρίχνει μέσα.
— Μιχαήλ, τι κάνεις;! — ούρλιαξε η Ευγενία Μαυροπούλου, ορμώντας κοντά του και πιάνοντάς τον από το μπράτσο. — Είναι δικά μου! Έχεις τρελαθεί;
Την απομάκρυνε με μια αδιάφορη κίνηση, σαν να έδιωχνε κάτι ενοχλητικό, και συνέχισε ατάραχος. Η δεύτερη σακούλα γέμισε με κουτιά παπουτσιών — ολοκαίνουργια, αφόρετα. Στην τρίτη κατέληξαν τσάντες και καλλυντικά.
— Αγόρι μου, σταμάτα! Τι σε έπιασε; Είναι η αδελφή σου! Η καρδιά της δεν είναι καλά! — θρήνησε θεατρικά η Αγγελική Θεοδωρίδου, μένοντας ωστόσο στο κατώφλι, χωρίς να τολμά να πλησιάσει.
Όταν έδεσε και την τρίτη σακούλα, την άφησε να πέσει στο πάτωμα με βαρύ ήχο. Ίσιωσε το σώμα του και τις κοίταξε και τις δύο.
— Πιστεύατε ότι θα συνεχιστεί αυτό για πάντα; — είπε χαμηλόφωνα, μα η φωνή του γέμισε τον χώρο. — Ότι θα πληρώνω ασταμάτητα αυτό το θέατρο; Την τεμπελιά της Ευγενίας και τις μεθοδεύσεις σου, μητέρα;
Πλησίασε ένα βήμα την αδελφή του. Εκείνη υποχώρησε.
— Άκουσέ με καλά. Αύριο κιόλας βρίσκεις δουλειά — δεν με νοιάζει ποια, ακόμη και καθαρίστρια. Και αρχίζεις να βοηθάς πραγματικά, όχι μόνο με λόγια. Διαφορετικά, αυτές οι σακούλες θα σε συνοδεύσουν στο δικό σου νοίκι. Το οποίο θα πληρώνεις μόνη σου. Από μένα δεν θα πάρεις ούτε ευρώ.
Έπειτα γύρισε στη μητέρα του.
— Κι εσύ… συνηθίσε το. Δεν θα υπάρχει πια πρόθυμος χρηματοδότης.
Χωρίς να περιμένει απάντηση, κατευθύνθηκε προς την έξοδο και έκλεισε την πόρτα πίσω του με έναν ήσυχο, οριστικό ήχο. Στο δωμάτιο έμειναν δύο γυναίκες, τρεις μαύρες σακούλες και μια ανοιχτή ντουλάπα — σαν μνημείο μιας ζωής άνετης που μόλις είχε καταρρεύσει.
Πέρασαν τρεις ημέρες. Τρεις ημέρες αφύσικης σιωπής. Το τηλέφωνο του Μιχαήλ Γρηγορόπουλου δεν χτύπησε ούτε μία φορά· ούτε υστερικές εκκλήσεις από τη μητέρα του, ούτε έμμεσα μηνύματα από την αδελφή του για «μια μικρή μεταφορά». Στο διαμέρισμα όπου ζούσε με τη Δάφνη Κωνσταντινίδη επικρατούσε μια εύθραυστη, σχεδόν απτή γαλήνη.
Έτρωγαν μαζί, αντάλλασσαν ιστορίες από τη δουλειά τους, παρακολουθούσαν ταινίες. Ζούσαν απλά — και αυτή η απλότητα έμοιαζε με κάτι πολύτιμο, σαν μια κανονικότητα που θα μπορούσε να χαθεί από στιγμή σε στιγμή. Ο Μιχαήλ Γρηγορόπουλος, ωστόσο, δεν χαλάρωνε πραγματικά. Γνώριζε τη μητέρα του υπερβολικά καλά για να πιστέψει ότι είχε παραιτηθεί τόσο εύκολα. Η ησυχία αυτή έμοιαζε περισσότερο με παύση πριν από την καταιγίδα, με ανάσα πριν από το τελικό, αποφασιστικό χτύπημα.
