Πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι υπήρχε ένα φλιτζάνι τσαγιού μισοάδειο και ένα πιάτο γεμάτο ψίχουλα. Τίποτα στο σκηνικό δεν θύμιζε αρρώστια· καμία ένδειξη αδυναμίας ή ταλαιπωρίας. Η Ευγενία έδειχνε όπως πάντα — ανιαρή, άπραγη, βυθισμένη σε μια ατελείωτη αδράνεια.
Η Αγγελική Θεοδωρίδου στάθηκε απέναντι από τη Δάφνη Κωνσταντινίδη με ύφος αυθεντίας, σαν να επιθεωρούσε υπηρέτρια. Το βλέμμα της γλίστρησε αργά προς το κουτί που κρατούσε η νεαρή γυναίκα.
— Επιτέλους. Άφησέ το εκεί, στο πάτωμα — είπε ξερά, δείχνοντας αφηρημένα προς το διάδρομο. — Και πρόσεξε μην κάνεις καμιά ζημιά.
Η Δάφνη, χωρίς να αντιμιλήσει, χαμήλωσε προσεκτικά το βαρύ κουτί πάνω στο λινόλεουμ. Ετοιμάστηκε να αποχωρήσει, έτοιμη να ψελλίσει ένα τυπικό «καλό απόγευμα», όμως η πεθερά της είχε άλλα σχέδια. Με μια ανεπαίσθητη κίνηση, της έκλεισε τον δρόμο.
— Αφού βρίσκεσαι εδώ, μη στέκεσαι άχρηστη — συνέχισε με εκείνον τον κοφτό, υποτιμητικό τόνο που επιφύλασσε μόνο για όσους θεωρούσε κατώτερους. — Βλέπεις τη σκόνη παντού; Η Ευγενία δεν είναι καλά, εγώ υποφέρω από τη μέση μου. Πέρνα ένα ξεσκόνισμα στην κονσόλα και μετά σφουγγάρισε τον διάδρομο. Τον λέρωσες με το κουτί.
Η Ευγενία σήκωσε το βλέμμα από το κινητό της. Στα χείλη της σχηματίστηκε ένα λεπτό, ειρωνικό χαμόγελο. Ανασηκώθηκε ελαφρά στην πολυθρόνα για να απολαύσει καλύτερα το θέαμα. Ήταν η αγαπημένη τους τακτική: να στριμώχνουν τη γυναίκα του Μιχαήλ και έπειτα να παραπονιούνται πως είναι αγενής και τεμπέλα.
Η Δάφνη σηκώθηκε αργά. Το βλέμμα της πέρασε από την σκονισμένη, γυαλιστερή επιφάνεια της κονσόλας στο αυτάρεσκο πρόσωπο της κουνιάδας της και κατέληξε στην Αγγελική Θεοδωρίδου. Κάτι μέσα της έσπασε — όχι με θόρυβο, αλλά με εκείνο το βαρύ, τελεσίδικο τράβηγμα ενός σκοινιού που κόβεται ύστερα από χρόνια πίεσης. Η υπομονή της είχε εξαντληθεί.
— Δεν έχω προσληφθεί ως καθαρίστριά σας, κυρία Θεοδωρίδου, — είπε ήρεμα, με φωνή σταθερή και καθαρή. — Έχετε μια ενήλικη κόρη που ζει μαζί σας. Ας φροντίσει εκείνη το σπίτι. Εγώ είμαι η σύζυγος του Μιχαήλ και έχουμε το δικό μας νοικοκυριό, τη δική μας ζωή. Αυτό είναι όλο.
Μια παράξενη, ασφυκτική σιωπή απλώθηκε στο διαμέρισμα. Ακόμη και οι φωνές από την τηλεόραση έμοιαζαν να έχουν χαμηλώσει. Το ειρωνικό χαμόγελο της Ευγενίας πάγωσε και ύστερα χάθηκε, αντικαταστάθηκε από έκπληξη και αγανάκτηση.
Η Αγγελική Θεοδωρίδου κοκκίνισε απότομα. Για λίγες στιγμές έμεινε άφωνη, το στόμα της άνοιγε και έκλεινε χωρίς ήχο. Όταν τελικά κατάφερε να μιλήσει, η φωνή της έτρεμε από οργή.
— Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι; Στο σπίτι μου; — ξεφώνισε. — Θα τηλεφωνήσω αμέσως στον Μιχαήλ! Θα σου ζητήσει διαζύγιο επιτόπου και θα σε πετάξει έξω!
— Αλήθεια; — απάντησε η Δάφνη με ψυχραιμία που άγγιζε την αδιαφορία.
Χωρίς να απομακρύνει το βλέμμα της από την παραμορφωμένη από θυμό μορφή της πεθεράς της, έβγαλε το κινητό της. Βρήκε την επαφή «Μιχαήλ» και πάτησε κλήση. Έθεσε το τηλέφωνο σε ανοιχτή ακρόαση.
— Μιχαήλ, καλησπέρα, — είπε ήσυχα. — Η μητέρα σου επιμένει να καθαρίσω το σπίτι τους και λέει πως αν αρνηθώ θα με χωρίσεις. Ισχύει;
Στην άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκε μια μικρή, βαριά παύση. Έπειτα, ένας κουρασμένος αναστεναγμός.
— Μαμά, δώσε το τηλέφωνο στην Ευγενία.
Η Αγγελική, εμφανώς ταραγμένη, υπάκουσε σχεδόν μηχανικά και έβαλε το κινητό στο χέρι της κόρης της.
— Ευγενία, — ακούστηκε η φωνή του Μιχαήλ, ψυχρή και αποφασιστική, — έχεις μισή ώρα να βάλεις το σπίτι σε τάξη. Αν έρθω και δω ότι κάθεσαι ενώ η Δάφνη δουλεύει, τα πράγματά σου θα βρεθούν στον κάδο. Και τότε θα φροντίζεις μόνη σου τον εαυτό σου. Κατανοητό;
Η γραμμή έκλεισε.
Η Δάφνη πήρε ευγενικά το τηλέφωνο από τα χαλαρωμένα δάχτυλα της Ευγενίας και χαμογέλασε ελαφρά.
— Θα σας αφήσω, λοιπόν. Φαίνεται πως έχετε δουλειά, — είπε ήρεμα.
Η πόρτα έκλεισε πίσω της με έναν ήχο διακριτικό, κι όμως μέσα στη βαριά σιωπή αντήχησε σαν πυροβολισμός. Για λίγα δευτερόλεπτα, μητέρα και κόρη έμειναν ακίνητες, κοιτώντας την κλειστή πόρτα σαν να είχε μόλις κλείσει ένα πέρασμα που δεν θα άνοιγε ξανά.
Το μπλε φως της τηλεόρασης συνέχιζε να τρεμοπαίζει στους τοίχους, φωτίζοντας πρόσωπα παραμορφωμένα από θυμό και ταπείνωση.
Η Ευγενία συνήλθε πρώτη. Βυθίστηκε ξανά στην πολυθρόνα, αλλά αυτή τη φορά το σώμα της ήταν άκαμπτο. Η οθόνη του κινητού της είχε σβήσει.
— Ικανοποιήθηκες τώρα; — ψιθύρισε με φωνή λεπτή και δηλητηριώδη. — Σου είχα πει να μην την πιέζεις. Δεν είναι από αυτές που σκύβουν το κεφάλι.
Η Αγγελική Θεοδωρίδου γύρισε απότομα προς το μέρος της. Το πρόσωπό της παρέμενε κατακόκκινο, τα μάτια της άστραφταν. Το αρχικό σοκ είχε ήδη μετατραπεί σε κάτι πιο σκοτεινό, πιο επικίνδυνο — μια οργή που ζητούσε διέξοδο. Και μέσα σε εκείνο το δωμάτιο, ο μόνος εύκολος στόχος για να ξεσπάσει ήταν η ίδια της η κόρη.
