Η βραδιά της συγχώνευσης δύο επιχειρηματικών κολοσσών είχε προσελκύσει την αφρόκρεμα της αγοράς. Ο χώρος στάθμευσης έμοιαζε με έκθεση ακριβών οχημάτων, ενώ στην ατμόσφαιρα ανακατευόταν το άρωμα εκλεκτών αρωμάτων με τη δροσιά των πεύκων που περιέβαλλαν το κλαμπ.
Η Ευρυδίκη Σολομωνίδη βγήκε στο μπαλκόνι. Φορούσε ένα εφαρμοστό, βαθύ μπλε φόρεμα που τόνιζε τη σιγουριά της. Στεκόταν ευθυτενής, με βλέμμα γαλήνιο και αποφασιστικό. Το ποσοστό της εταιρείας που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της το είχε αξιοποιήσει με διορατικότητα, και στα χρόνια που ακολούθησαν το διαζύγιο είχε εδραιώσει το όνομά της στον επιχειρηματικό κόσμο.
— Να σας προσφέρω σαμπάνια, κυρία; ακούστηκε μια κουρασμένη ανδρική φωνή.
Ο σερβιτόρος κρατούσε τον δίσκο χαμηλά. Όταν σήκωσε τα μάτια, ο χρόνος πάγωσε για μια στιγμή. Ήταν ο Μάριος Αναγνωστόπουλος. Τα χαρακτηριστικά του είχαν βαριά σκιά, τα μαλλιά του γκριζαρισμένα, οι ώμοι κυρτοί. Το ποτήρι στο χέρι του έτρεμε ανεπαίσθητα.
— Ευρυδίκη…; ψιθύρισε.
Την αναγνώρισε αμέσως. Εκείνη, όμως, δεν άφησε κανένα συναίσθημα να διαφανεί.
— Όχι, ευχαριστώ. Και θα ήθελα να αντικατασταθεί αυτό το ποτήρι, έχει σημάδια, είπε ήρεμα.
Ένας ψηλός άντρας με πράο χαμόγελο στάθηκε δίπλα της και ακούμπησε διακριτικά το σακάκι του στους ώμους της.
— Μήπως κρυώνεις; τη ρώτησε χαμηλόφωνα.
— Όχι. Έχω ήδη όλα όσα χρειάζομαι, αποκρίθηκε με ένα φωτεινό χαμόγελο.
Γελώντας απαλά, επέστρεψαν στην κεντρική αίθουσα, όπου η μουσική και οι συζητήσεις έσμιγαν σε έναν θόρυβο επιτυχίας.
Ο Μάριος έμεινε μόνος στη βεράντα. Άκουγε τον ρυθμό της γιορτής, τις φωνές, τη ζωντάνια — μια ζωή που κάποτε ήταν δική του και που την αντάλλαξε με την απληστία του.
— Κινήσου, οι καλεσμένοι περιμένουν! φώναξε ο υπεύθυνος.
Σαν να ξύπνησε από λήθαργο, κατέβασε το βλέμμα και έσπευσε να συνεχίσει τη δουλειά του. Εκείνο το κουδούνι πριν από χρόνια είχε ανατρέψει τα πάντα. Μα η πιο βαριά ποινή δεν ήταν τα σίδερα της φυλακής.
Ήταν η διαπίστωση πως η Ευρυδίκη δεν χρειάστηκε να εκδικηθεί. Απλώς προχώρησε — και ευτύχησε χωρίς εκείνον.
