Ο Μάριος Αναγνωστόπουλος ήταν απλωμένος στον καναπέ σαν να του ανήκε ολόκληρος ο κόσμος, με το ένα πόδι ριγμένο πρόχειρα στο μπράτσο και το τηλεκοντρόλ να αλλάζει κανάλια μηχανικά μέσα από τα δάχτυλά του. Γύρω του, στο πάτωμα, σωριάζονταν άδεια κουτάκια μπύρας, ενώ μια αποπνικτική, ξινισμένη οσμή από το χθεσινό ξενύχτι βάραινε την ατμόσφαιρα. Έμοιαζε να πανηγυρίζει κάτι που για εκείνον είχε ήδη τελειώσει.
Στο υπνοδωμάτιο, η Ευρυδίκη Σολομωνίδη είχε γονατίσει μπροστά σε μια ανοιχτή βαλίτσα. Δίπλωνε τα ρούχα της με προσοχή, σχεδόν τελετουργικά. Παρατηρούσε με έκπληξη τη σταθερότητα των χεριών της· μέσα της υπήρχε θύελλα, όμως δεν την παρέλυε πια. Ο πόνος είχε μετατραπεί σε διαύγεια.
— Μάριε, το σπίτι αυτό μου ανήκει εξίσου, είπε ήρεμα, τοποθετώντας ένα πουλόβερ στη θέση του. — Πέντε χρόνια πληρώναμε μαζί το δάνειο.
— Οι δόσεις έφευγαν από τον δικό μου λογαριασμό, απάντησε κοφτά, χωρίς να ξεκολλήσει το βλέμμα του από την οθόνη. — Ό,τι έβαζες εσύ κάλυπτε τα καθημερινά έξοδα. Ο δικηγόρος ήταν ξεκάθαρος: στα έγγραφα δεν υπάρχεις. Αύριο το δικαστήριο θα το επικυρώσει. Ως το βράδυ να έχεις φύγει. Η Καλλιόπη Ζαχαριάδη δεν θέλει φασαρία με μετακομίσεις.
Η πόρτα άνοιξε απότομα. Η Ουρανία Μεταξά εισέβαλε κρατώντας μεζούρα και σημειωματάριο, σαν να έκανε επιθεώρηση.

— Τι σκοτάδι είναι αυτό; γκρίνιαξε, τραβώντας ήδη τις κουρτίνες. — Θα μπουν ρωμαϊκά στόρια, σε μπεζ απόχρωση. Η Καλλιόπη λατρεύει το μπεζ. Και όλη αυτή η ακαταστασία θα εξαφανιστεί.
Η Ευρυδίκη σηκώθηκε αργά. Το βλέμμα της περιπλανήθηκε και στους δύο: στον σύζυγό της που καθόταν νωχελικά αδιάφορος και στη μητέρα του που ήδη οραματιζόταν τις αλλαγές στο σπίτι.
