«Μην υπογράψετε» — είπε η Πολυξένη με φωνή που έτρεμε αλλά δεν λύγιζε

Συγκινητικό και ελπιδοφόρο πορτρέτο ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Ιστορίες

Ο ογκώδης φάκελος από δέρμα βουβαλιού προσγειώθηκε βαριά πάνω στο τραπέζι, κάνοντας τα σκεύη να τρίζουν και το μικρό πιατάκι με τη σόγια να παραπατήσει επικίνδυνα.
— Υπόγραψε, Σωκράτη! — ξεφύσησε ανυπόμονα ο Νεκτάριος Χατζηκωνσταντίνου. — Δεν έχουμε ούτε λεπτό για χάσιμο. Στο Πεκίνο έχει ήδη ξημερώσει, το χρηματιστήριο λειτουργεί και σε σαράντα λεπτά πρέπει να σταλεί το σκαναρισμένο έγγραφο.

Αν καθυστερήσουμε, η συμφωνία τινάζεται στον αέρα και μαζί της χάνεται και το εργοστάσιο.
Ο Νεκτάριος χτυπούσε μηχανικά στο τραπέζι το καπάκι της χρυσής του πένας. Ήταν καλοντυμένος, προσεγμένος στην εντέλεια, με άρωμα ακριβό που κυριαρχούσε στον χώρο. Ωστόσο, πίσω από την κομψότητα, τα μάτια του πρόδιδαν άγχος και μια νευρική βιασύνη.

Ο Σωκράτης Γεωργιάδης πίεσε τους κροτάφους του με τα δάχτυλα. Στα πενήντα πέντε του αισθανόταν εξαντλημένος, σαν να είχε αδειάσει από κάθε απόθεμα δύναμης. Έξι μήνες αδιάκοπων διαπραγματεύσεων, άυπνων νυχτών και κυνηγητού επενδυτών για να αποτρέψει τη χρεοκοπία της μονάδας. Και τώρα, όλα κρίνονταν σε μια υπογραφή.

— Για ποιο λόγο μας έστειλαν την τελική μορφή τόσο αργά; — μουρμούρισε. — Θα έπρεπε να την είχαν εξετάσει οι νομικοί από το πρωί.

— Έκτακτες συνθήκες, θείε! — αναστέναξε ο Νεκτάριος, ανασηκώνοντας τα μάτια. — Τους ξέρεις. Αλλάζουν όρους την τελευταία στιγμή. Το έλεγξα εξονυχιστικά. Μόνο οι ημερομηνίες παράδοσης τροποποιήθηκαν. Τίποτα άλλο. Υπέγραψε πριν προκύψει νέα ανατροπή!

Στο εστιατόριο «Κόκκινος Λωτός» η ατμόσφαιρα ήταν πηχτή, παρά τη λειτουργία του κλιματισμού. Τα αρώματα των εξωτικών μπαχαρικών μπλέκονταν με το έντονο άρωμα μιας κυρίας στο διπλανό τραπέζι, δημιουργώντας μια αποπνικτική αίσθηση. Μπροστά στον Σωκράτη, οι κινεζικοί χαρακτήρες απλώνονταν σαν περίπλοκο μαύρο πλέγμα. Η ελληνική μετάφραση δίπλα τους δεν του ενέπνεε απόλυτη σιγουριά· κι αν κάτι είχε αποδοθεί παραπλανητικά;

Ο Νεκτάριος έσκυψε πιο κοντά, χαμηλώνοντας τον τόνο του.
— Είμαι ο γιος σου. Με μεγάλωσες σαν παιδί σου. Πιστεύεις στ’ αλήθεια πως θα σε πρόδιδα;

Ο Σωκράτης δεν απάντησε αμέσως. Ο Νεκτάριος ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που εμπιστευόταν απόλυτα. Δεν είχε παιδιά, και η σύζυγός του είχε πεθάνει πριν τρία χρόνια.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής