«Δεν πρόκειται να γίνω το οικογενειακό σας ΑΤΜ» — είπε η Ειρήνη αποφασιστικά και απομακρύνθηκε

Τολμηρή, δίκαιη και απαραίτητη στάση αυτοσεβασμού.
Ιστορίες

Έτσι, το προηγούμενο βράδυ από τη συνάντηση, η Ειρήνη Λεοντιάδη τακτοποίησε προσεκτικά τα χαρτιά της και συνέταξε ακόμη και μια γραπτή, επίσημη άρνηση, ώστε να μην αφήσει περιθώρια για παρερμηνείες.

— Περικλή, θα έρθεις μαζί μου αύριο; — τον ρώτησε χαμηλόφωνα.

Εκείνος έτριψε το μέτωπό του νευρικά.
— Δεν ξέρω… Η μητέρα μου πήρε τηλέφωνο. Φώναζε ότι έχω γίνει υποχείριο.

— Κι εσύ το πιστεύεις αυτό;

— Όχι, αλλά… — δίστασε. — Μήπως υπάρχει τρόπος να το πούμε πιο ήπια; Να μη φανεί τόσο σκληρό;

Η Ειρήνη άνοιξε τα χέρια απορημένη.
— Τι εννοείς «ήπια»; Ένα απλό «λυπάμαι» δεν θα τους σταματήσει. Το δοκίμασα ήδη.

Την Κυριακή κατευθύνθηκαν στο σπίτι της Θεοδώρας Θεοδώρου. Όλοι ήταν συγκεντρωμένοι: η Χρυσούλα Καραμανλή με τον σύζυγό της, τα ανίψια, οι αδελφές του Περικλή. Η υποδοχή ήταν παγερή.

— Επιτέλους εμφανιστήκατε, — πέταξε η πεθερά αντί για χαιρετισμό.

— Καλησπέρα σας, — απάντησε ήρεμα η Ειρήνη και κάθισε.

— Λοιπόν; Πήρες απόφαση; — τη ρώτησε η Χρυσούλα, σταυρώνοντας τα χέρια. — Το αυτοκίνητο μένει ακινητοποιημένο εδώ και μέρες.

— Ναι, έχω αποφασίσει, — είπε η Ειρήνη και έβγαλε τον φάκελο. — Έχω ετοιμάσει και γραπτή απάντηση.

— Γραπτή; Τι είναι αυτά; — αντέδρασε η Θεοδώρα. — Κάνουμε λογιστικό έλεγχο τώρα;

— Θέλω να μιλήσουμε με καθαρά στοιχεία, — απάντησε ψύχραιμα η Ειρήνη ανοίγοντας τα έγγραφα. — Το μηνιαίο εισόδημά μου είναι 1.520 ευρώ. Του Περικλή 1.480. Από αυτά, 900 πηγαίνουν στο στεγαστικό, 400 σε λογαριασμούς και πάγια, περίπου 800 σε τρόφιμα και βασικές ανάγκες.

— Θέατρο! — μουρμούρισε μια από τις αδελφές.

— Όχι θέατρο. Πραγματικότητα, — ανταπάντησε κοφτά. — Στο τέλος του μήνα μας μένουν γύρω στα 900 ευρώ. Και ζητάτε άλλα 1.000 για τη δική σας δόση.

— Σου είπαμε ότι θα τα επιστρέψουμε! — φώναξε η Χρυσούλα, κατακόκκινη.

— Πότε; Με ποιο εισόδημα; — τη ρώτησε κοιτώντας την σταθερά. — Δεν έχεις μόνιμη εργασία. Ο άντρας σου αμείβεται λιγότερο από τον Περικλή. Από πού θα προκύψει η αποπληρωμή;

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.

— Τολμάς να υπολογίζεις τα οικονομικά μας; — ξέσπασε η Θεοδώρα.

— Υπολογίζω τα δικά μου, — ξεκαθάρισε η Ειρήνη. — Και δεν πρόκειται να χρηματοδοτήσω ξένο δάνειο.

— Ξένο; Είμαστε οικογένεια! — αντέτεινε η Χρυσούλα.

— Οικογένεια δεν σημαίνει ότι κάποιος γίνεται μόνιμη πηγή χρημάτων, — είπε η Ειρήνη και ακούμπησε στο τραπέζι τη δήλωση άρνησης. — Δεν αναλαμβάνω την αποπληρωμή. Ούτε τώρα ούτε στο μέλλον.

Η Θεοδώρα στράφηκε στον γιο της.
— Θα το επιτρέψεις αυτό; Θα μείνεις άφωνος; Έτσι σε κατάντησε;

Ο Περικλής κοίταζε για λίγο το πάτωμα. Οι ώμοι του είχαν σκύψει, όμως ύστερα ίσιωσε την πλάτη.

— Μαμά, έχει δίκιο η Ειρήνη, — είπε ήρεμα. — Δεν μπορούμε να σηκώσουμε αυτό το βάρος.

— Δηλαδή στρέφεσαι εναντίον μας;

— Στέκομαι δίπλα στη γυναίκα μου και στο σπίτι μας, — απάντησε, πιάνοντας το χέρι της.

Η έκρηξη ήταν άμεση. Φωνές, κατηγορίες, βαριές κουβέντες. Η Χρυσούλα πετάχτηκε όρθια και βγήκε από το δωμάτιο, ο σύζυγός της μιλούσε για αχαριστία, ενώ η Θεοδώρα κουνούσε το κεφάλι αποδοκιμαστικά.

— Το θέμα τελείωσε, — δήλωσε η Ειρήνη σηκώνοντας την τσάντα της. — Το δάνειο είναι δική σας ευθύνη.

Βγήκαν από το σπίτι μέσα σε θυμωμένες φωνές. Μόλις μπήκαν στο αυτοκίνητο, η Ειρήνη άφησε επιτέλους τον αέρα να φύγει από τα πνευμόνια της.

— Είσαι καλά; — τη ρώτησε ο Περικλής.

— Καλύτερα απ’ όσο περίμενα, — του χαμογέλασε. — Εσύ;

Έβαλε μπροστά τη μηχανή.
— Μετά από χρόνια… νιώθω ότι πήρα μια απόφαση για μένα.

Η επιστροφή έγινε σχεδόν αθόρυβα, όμως η σιωπή δεν ήταν πια βαριά· είχε μια αίσθηση ανακούφισης. Κάτι ουσιαστικό είχε μετακινηθεί ανάμεσά τους, σαν να μπήκαν επιτέλους τα όρια που έλειπαν.

Για δεκατέσσερις ημέρες δεν χτύπησε το τηλέφωνο. Ούτε μήνυμα από τη Θεοδώρα, ούτε λέξη από τη Χρυσούλα. Η Ειρήνη παρατηρούσε αυτή την απόλυτη ησυχία και δεν ήξερε αν έπρεπε να τη θεωρήσει λύτρωση ή προμήνυμα καταιγίδας.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής