Το υπόλοιπο της νύχτας κύλησε βασανιστικά αργά. Η Ειρήνη Λεοντιάδη στριφογύριζε στο κρεβάτι χωρίς να μπορεί να κλείσει μάτι. Δίπλα της ο Περικλής Παναγιωτόπουλος κοιμόταν βαθιά, με βαριά ανάσα, λες και τίποτα δεν είχε συμβεί. Εκείνη, όμως, ένιωθε το μυαλό της να βουίζει∙ αγανάκτηση, απορία, θυμός, όλα μπλεγμένα σε έναν κόμπο.
Τον σκούντησε ελαφρά στον ώμο.
— Περικλή… κοιμάσαι;
— Ε; Τι έγινε; — μουρμούρισε εκείνος μισοκοιμισμένος, γυρίζοντας προς το μέρος της.
— Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι είναι δική μου υποχρέωση να αποπληρώσω το δάνειο της Χρυσούλας Καραμανλή;
Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε από τα χείλη του.
— Ειρήνη, ας το συζητήσουμε το πρωί…
— Όχι. Τώρα. — Η φωνή της ήταν σταθερή.
Σηκώθηκε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.
— Στην οικογένειά μας έτσι λειτουργούν τα πράγματα. Ο ένας στηρίζει τον άλλον.
Η Ειρήνη γέλασε ειρωνικά.
— Στήριξη το λες αυτό; Θέλουν να κυκλοφορούν με καινούργιο αυτοκίνητο και να το πληρώνω εγώ. Αυτό δεν είναι βοήθεια, είναι εκμετάλλευση.
— Υποσχέθηκαν ότι θα τα επιστρέψουν…
— Όπως επέστρεψε η μητέρα σου τα χρήματα για την ανακαίνιση; — αντέτεινε κοφτά. — Τα θυμάσαι εκείνα τα λεφτά;
Ο Περικλής δίστασε.
— Μα… είναι η μητέρα μου…
— Ακριβώς! — άναψε το φως. — Δεν πρόκειται να γίνω το οικογενειακό σας ΑΤΜ.
Το επόμενο πρωί τηλεφώνησε στη Σοφία Παύλου.
— Δεν θα πιστέψεις τι απαιτούν τώρα, — ξέσπασε χωρίς πρόλογο. — Να αναλάβω τις δόσεις για το αυτοκίνητό τους!
— Αστειεύεσαι; — εξανέστη η φίλη της. — Και ο Περικλής;
— Το θεωρεί αυτονόητο. «Έτσι κάνουν οι οικογένειες», μου λέει. Μου μιλά για παραδόσεις.
— Και εσύ; Θα το δεχτείς;
Η Ειρήνη σώπασε για μια στιγμή.
— Αν συμφωνήσω, θα με πατήσουν. Αν αρνηθώ, θα με διαγράψουν από το σόι.
— Τι χάνεις στ’ αλήθεια; — απάντησε κοφτά η Σοφία. — Ούτως ή άλλως, σε αντιμετωπίζουν σαν πορτοφόλι.
Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, άνοιξε τον υπολογιστή της. Διάβασε αμέτρητες ιστορίες για συγγενείς που εκμεταλλεύονταν την καλή πρόθεση των άλλων. «Μη φορτώνεστε τσυζενα χρέη», έγραφε κάποιος. «Αν δεν θέσεις όρια, δεν θα σταματήσουν ποτέ». Οι λέξεις λειτούργησαν σαν καθρέφτης.
Το απόγευμα χτύπησε το κινητό της.
— Λοιπόν; Αποφάσισες; — η φωνή της Χρυσούλας ήταν ανυπόμονη. — Αύριο κανονίσαμε να πάμε στην τράπεζα.
— Το σκέφτομαι ακόμη.
— Τι υπάρχει να σκεφτείς; Έχω ήδη πει σε όλους ότι το αυτοκίνητο κλείστηκε!
Η Ειρήνη ένιωσε μια απρόσμενη ψυχραιμία να την κατακλύζει.
— Αν βιάστηκες να ανακοινώσεις κάτι, αυτό είναι δικό σου θέμα.
— Δηλαδή αρνείσαι; — η φωνή υψώθηκε. — Έτσι στηρίζεις την οικογένεια;
— Δεν υπέγραψα εγώ το δάνειο και δεν σκοπεύω να πληρώνω τις δόσεις του.
Η γραμμή πάγωσε.
— Τελικά είχε δίκιο η μητέρα μου για σένα… — ξεκίνησε η Χρυσούλα, όμως η Ειρήνη τερμάτισε την κλήση. Τα δάχτυλά της έτρεμαν, αλλά μέσα της κάτι είχε ξεκαθαρίσει.
Λίγο αργότερα τηλεφώνησε η Θεοδώρα Θεοδώρου.
— Τι ανωριμότητες είναι αυτές; Η Χρυσούλα είναι απαρηγόρητη! Δεν ντρέπεσαι; Δεν καταλαβαίνεις τι σημαίνει οικογένεια;
— Καταλαβαίνω πολύ καλά, — απάντησε συγκρατημένα η Ειρήνη. — Αλλά δεν θα αναλάβω ξένα χρέη.
— Εγωίστρια! — ακούστηκε πριν κλείσει απότομα το τηλέφωνο.
Όταν ο Περικλής γύρισε στο σπίτι, τη βρήκε καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, περικυκλωμένη από χαρτιά, αποδείξεις και έναν υπολογιστή τσέπης.
— Τι ετοιμάζεις; — ρώτησε.
— Τα δεδομένα. Για να μην μιλάμε στον αέρα. — Τον κοίταξε ευθεία. — Πρέπει να δουν με αριθμούς τι ζητούν.
— Θα παρεξηγηθούν, Ειρήνη…
— Ας παρεξηγηθούν. Προτιμώ την παρεξήγηση από μια τρύπα ενάμισι εκατομμυρίου στον προϋπολογισμό μας.
Εκείνος δεν απάντησε. Στο βλέμμα του διακρίνονταν αμφιβολία, ίσως και μια δόση σεβασμού που δεν υπήρχε πριν.
Τις επόμενες ημέρες η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν ηλεκτρισμένη. Ο Περικλής απέφευγε τις κλήσεις των συγγενών του και περιφερόταν σκεφτικός. Η Ειρήνη, αντίθετα, δούλευε μεθοδικά: εκτύπωσε τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό, κατέγραψε αναλυτικά τα μηνιαία έξοδα, υπολόγισε υποχρεώσεις και αποταμιεύσεις, σημείωσε κάθε ποσό που θα διακυβευόταν. Ήθελε, όταν καθίσουν όλοι μαζί, να μην υπάρχει χώρος για συναισθηματικούς εκβιασμούς αλλά μόνο για ξεκάθαρα στοιχεία.
