Η απόφαση είχε ήδη παρθεί μέσα της πριν ακόμη το συνειδητοποιήσει.
Την επόμενη κιόλας ημέρα, η Ιφιγένεια Ζαχαριάδη βρέθηκε μπροστά στη βιτρίνα ενός ταξιδιωτικού γραφείου. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή, σαν να έδινε στον εαυτό της την τελευταία άδεια. Ύστερα μπήκε. Ξεφύλλισε καταλόγους, άκουσε προτάσεις, ρώτησε λεπτομέρειες. Δεν διάλεξε τη «λογική» λύση· προτίμησε εκείνη που κάποτε θα χαρακτήριζε υπερβολή. Ένα ακριβό πακέτο διακοπών, σε παραθαλάσσιο προορισμό, με διαμονή σε ξενοδοχείο υψηλών προδιαγραφών. Και το σημαντικότερο: χωρίς συνοδό.
Όταν έφτασε η στιγμή της κράτησης, η υπάλληλος τη ρώτησε ευγενικά:
— Να σας κλείσω δίκλινο;
Η Ιφιγένεια ανασήκωσε το βλέμμα της και απάντησε χωρίς δισταγμό:
— Όχι. Μονόκλινο. Θα ταξιδέψω μόνη.
Για πρώτη φορά έπειτα από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, η λέξη «μόνη» δεν ακούστηκε σαν καταδίκη. Αντίθετα, είχε τη γεύση της ανεξαρτησίας.
Η πτήση ήταν προγραμματισμένη για την επόμενη εβδομάδα. Καθώς ετοίμαζε τη βαλίτσα της, άφηνε τις σκέψεις να τρέχουν ελεύθερες. Πόσες επιθυμίες είχε βάλει στην άκρη; Πόσες φορές είχε αναβάλει ό,τι λαχταρούσε, ψιθυρίζοντας «αργότερα», «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή», «προέχει η οικογένεια»;
Κι όμως, για εκείνους δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά οικογένεια. Ήταν απλώς η βολική λύση, η δεδομένη παρουσία.
Το κινητό της άρχισε να δονείται πάνω στο τραπέζι. Μήνυμα από τον Σωτήριο Σαββίδη.
«Μπορούμε να συναντηθούμε; Να μιλήσουμε ήρεμα;»
Ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη της. Δεν ένιωθε πια θυμό, ούτε πίκρα. Μόνο απόσταση. Πληκτρολόγησε αργά, με καθαρό μυαλό:
«Δεν υπάρχει κάτι να συζητήσουμε. Σου εύχομαι να είσαι καλά. Χωρίς εμένα.»
Πάτησε αποστολή και, χωρίς δεύτερη σκέψη, μπλόκαρε τον αριθμό. Μερικές πόρτες πρέπει να κλείνουν οριστικά για να σταματά το ρεύμα να σε παγώνει.
Στην οθόνη εμφανίστηκε η πρόγνωση καιρού για τον τόπο προορισμού της: τριάντα βαθμοί, λιακάδα, ουρανός καθαρός. Ένας μικρός, φωτεινός χάρτης ενός μέλλοντος που την περίμενε.
Έκλεισε τη βαλίτσα με μια σταθερή κίνηση. Πλησίασε τον καθρέφτη και στάθηκε απέναντι στο είδωλό της. Τα μάτια της έμοιαζαν διαφορετικά — πιο ήρεμα, πιο ζωντανά.
Χαμογέλασε.
Ύστερα από πολύ καιρό, αναγνώρισε τη γυναίκα που την κοιτούσε από μέσα. Και αυτή τη φορά, δεν είχε καμία πρόθεση να την εγκαταλείψει ξανά.
