«Απλώς σταμάτησα να λειτουργώ σαν ΑΤΜ» — κατέβασε το ακουστικό με απόλυτη ψυχραιμία

Δυνατή απόφαση, επιτέλους ελεύθερη και αξιοπρεπής.
Ιστορίες

Τις επόμενες ημέρες το σπίτι βυθίστηκε σε μια παράξενη, βαριά σιωπή. Ο Σωτήριος Σαββίδης μπαινόβγαινε χωρίς να μιλά σχεδόν καθόλου· περνούσε από το σαλόνι σαν σκιά, στεκόταν για λίγο και έπειτα έφευγε πάλι. Κάποια στιγμή επιχείρησε διστακτικά να σπάσει τον πάγο.

— Μήπως το παράκανες; Η μητέρα δεν είναι καλά, το ξέρεις…

Η Ιφιγένεια Ζαχαριάδη δεν σήκωσε καν το βλέμμα από το βιβλίο της.

— Υπάρχει και γιος. Ας απευθυνθεί σε εκείνον.

— Εγώ… δεν μπορώ αυτή την περίοδο.

— Για ποιο λόγο;

— Έχω δουλειά, τρέχω, δεν είναι απλό…

Τον κοίταξε επιτέλους, με βλέμμα καθαρό.

— Δεκαπέντε χρόνια «τρέχεις», Σωτήριε. Και ποτέ δεν περισσεύει τίποτα. Περίεργο, δεν βρίσκεις;

Το πρόσωπό του κοκκίνισε.

— Δηλαδή τι περίμενες; Να λιώνω όπως εσύ; Δεν αντέχω τέτοια πίεση!

— Η αντοχή σου μπορεί να είναι περιορισμένη, η όρεξή σου όμως όχι, είπε κοφτά. Και η συνήθεια να ζεις με τα χρήματα άλλων, ακόμη λιγότερο.

— Μιλάς για την οικογένειά μου!

— Τότε πήγαινε να ζήσεις μαζί της.

— Τι εννοείς;

— Έχεις δύο ώρες να μαζέψεις τα πράγματά σου. Μετά θα καλέσω την αστυνομία και θα δηλώσω πως υπάρχει άγνωστος στο σπίτι μου.

Πάγωσε.

— Αστειεύεσαι…

— Καθόλου. Απλώς αποφάσισα πως δεν θέλω άλλο να συγκατοικώ με ανθρώπους που μου είναι ξένοι.

Έφυγε αργά τη νύχτα. Μάζεψε ρούχα, πέταξε μερικά αντικείμενα σε μια βαλίτσα και έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Λίγο αργότερα, το τηλέφωνο άναψε ξανά. Η Αγγελική Καραμανλή ούρλιαζε πως ο γιος της κοιμόταν στον καναπέ της Δάφνης Γρηγοροπούλου και πως η πίεσή του είχε ανέβει.

— Λυπάμαι, απάντησε ήρεμα η Ιφιγένεια. Δεν με αφορά πια.

— Είσαι η γυναίκα του!

— Ήμουν. Αύριο ξεκινώ διαδικασίες διαζυγίου.

Οι φωνές συνεχίστηκαν, αλλά εκείνη είχε ήδη χαμηλώσει τον ήχο.

Το διαζύγιο εκδόθηκε χωρίς καθυστερήσεις. Ο Σωτήριος προσπάθησε να κερδίσει χρόνο, μίλησε για «συζήτηση», υπαινίχθηκε κοινή περιουσία. Όμως το διαμέρισμα είχε αγοραστεί από την Ιφιγένεια πριν τον γάμο· δεν υπήρχε τίποτα να μοιραστούν.

Συναντήθηκαν για τελευταία φορά στο γραφείο του συμβολαιογράφου.

— Ιφιγένεια… μου λείπεις, ψιθύρισε καθώς εκείνη υπέγραφε.

Σήκωσε το κεφάλι.

— Εγώ; Ή η οικονομική μου ασφάλεια;

Η σιωπή του ήταν απάντηση.

Έναν μήνα αργότερα έφτασε συστημένη επιστολή. Δήλωση διαγραφής από τη διεύθυνση και ένα μικρό σημείωμα: «Συγχώρεσέ με, αν μπορείς». Το διάβασε αρκετή ώρα, ύστερα το δίπλωσε προσεκτικά και το τοποθέτησε σε ένα συρτάρι.

Το ίδιο βράδυ, στο μπαλκόνι, με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, καθόταν απέναντι από την Καλλιόπη Λεοντιάδη.

— Λοιπόν; Ελεύθερη; ρώτησε εκείνη με μισό χαμόγελο.

— Ναι.

— Σε τρομάζει;

Η Ιφιγένεια σκέφτηκε για λίγο.

— Στην αρχή, πολύ. Τώρα νιώθω ανάλαφρη.

Η Καλλιόπη έγειρε πίσω στην καρέκλα.

— Πάντα ήθελα να σε ρωτήσω γιατί άντεξες τόσα χρόνια.

— Φοβόμουν τη μοναξιά, ίσως. Πίστευα πως οικογένεια σημαίνει να σε χρειάζονται. Τελικά κατάλαβα πως σημαίνει να σε σέβονται. Κι εγώ ήμουν απλώς βολική.

— Μετανιώνεις;

Η Ιφιγένεια χαμογέλασε ήσυχα.

— Μετανιώνω μόνο για τον χρόνο που άφησα να χαθεί. Από εδώ και πέρα, όμως, σκοπεύω να ζήσω διαφορετικά.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής