«Απλώς σταμάτησα να λειτουργώ σαν ΑΤΜ» — κατέβασε το ακουστικό με απόλυτη ψυχραιμία

Δυνατή απόφαση, επιτέλους ελεύθερη και αξιοπρεπής.
Ιστορίες

Η φωνή ανήκε στη Ξάνθη Ρούσσου, τη γυναίκα του μικρότερου αδελφού του Σωτήριου.

— Έχει το κομμωτήριό της, κυκλοφορεί και με το κόκκινο αυτοκινητάκι της και το παίζει σπουδαία. Αφού μπορεί, ας δίνει. Εμείς γιατί να μην επωφεληθούμε; Να πηγαίνουν χαμένα τα καλά;

— Έτσι ακριβώς, — συμφώνησε η Δάφνη Γρηγοροπούλου, η αδελφή του. — Υποτίθεται πως είναι έξυπνη γυναίκα, κι όμως τσιμπάει κάθε φορά. Στη θέση της θα τους είχα βάλει όλους στη θέση τους από καιρό.

— Μα δεν έχει και παιδιά, — ακούστηκε το μεταλλικό χτύπημα του κουταλιού της Αγγελικής Καραμανλή στο ποτήρι. — Κάπου πρέπει να ξεσπάσει το μητρικό της ένστικτο. Το διοχετεύει πάνω μας. Μόνο που, όσο κι αν προσπαθεί, ξένη θα μας είναι πάντα. Όπως και να το κάνεις.

Η Ιφιγένεια έμεινε ακίνητη στο χολ. Στα χέρια της κρατούσε μια σακούλα με γιαούρτια και τυρί. Μέσα της δεν φούντωνε ούτε οργή ούτε λύπη. Μόνο μια καθαρή, παγερή επίγνωση.

«Ξένη».

Γύρισε πίσω αθόρυβα. Έκλεισε την πόρτα χωρίς να ακουστεί το παραμικρό. Κατέβηκε τα σκαλιά, μπήκε στο αυτοκίνητο και έβαλε μπροστά. Μόνο όταν απομακρύνθηκε από την πολυκατοικία κατάφερε να πάρει βαθιά ανάσα.

Το ίδιο βράδυ ο Σωτήριος επέστρεψε αργά. Ζέστανε το φαγητό, κάθισε μπροστά στην τηλεόραση και άρχισε να χαζεύει στο κινητό.

— Σωτήριε, — τον φώναξε ήρεμα.

— Ναι;

— Η μητέρα σου είπε σήμερα ότι είμαι ξένη για εσάς.

Δεν σήκωσε καν το βλέμμα.

— Έλα τώρα… ξέρεις πώς είναι η μάνα. Όλο και κάτι θα πετάξει.

— Εσύ τι πιστεύεις;

Η σιωπή απλώθηκε βαριά. Τελικά γύρισε και την κοίταξε.

— Ιφιγένεια… έχουμε τη δική μας οικογένεια. Εσύ είσαι… δίπλα μας. Όχι ακριβώς μέσα. Είναι φυσιολογικό. Ο καθένας έχει τα όριά του.

Εκείνη έγνεψε αργά.

— Κατάλαβα.

— Μην το κάνεις θέμα χωρίς λόγο.

Επέστρεψε στην οθόνη του. Κι εκείνη, μέσα της, έβαλε τελεία.

Την επόμενη κιόλας ημέρα πήγε στην τράπεζα. Έκλεισε την κοινή κάρτα. Αφαίρεσε τον Σωτήριο από την πρόσβαση του οικογενειακού λογαριασμού. Διέκοψε κάθε πάγια εντολή που κατευθυνόταν σε «ξένα» έξοδα.

Πρώτη τηλεφώνησε η Αγγελική.

— Ιφιγένεια, τι συμβαίνει; Η κάρτα δεν πέρασε! Πρέπει να πάρω φάρμακα επειγόντως!

— Αγγελική, απευθυνθείτε στο δημόσιο ιατρείο. Θα σας δώσουν αντίστοιχο σκεύασμα χωρίς χρέωση.

— Χωρίς χρέωση; Μα εγώ θέλω το εισαγόμενο! Έχω πίεση!

— Κι εγώ έχω, — απάντησε ήρεμα. — Από εδώ και πέρα όμως καλύπτω μόνο τα δικά μου.

— Έχασες τα λογικά σου; Θα πάρω τον Σωτήρη!

— Κάντε το.

Το τηλέφωνο έκλεισε απότομα.

Λίγη ώρα μετά χτύπησε ξανά.

— Τι κάνεις; Η μητέρα είναι σε κατάσταση πανικού! Λέει πως την εγκατέλειψες!

— Δεν εγκατέλειψα κανέναν. Απλώς σταμάτησα να λειτουργώ σαν ΑΤΜ.

— Μην φέρεσαι ανώριμα!

— Ακριβώς το αντίθετο. Οι ενήλικες δεν ζουν εις βάρος άλλων. Πλήρωσε εσύ τα φάρμακα. Ή ας συνεισφέρουν οι αδελφές σου.

— Δεν έχουν χρήματα!

— Από σήμερα, ούτε κι εγώ.

Και πριν προλάβει να απαντήσει, κατέβασε το ακουστικό με απόλυτη ψυχραιμία.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής