«Απλώς σταμάτησα να λειτουργώ σαν ΑΤΜ» — κατέβασε το ακουστικό με απόλυτη ψυχραιμία

Δυνατή απόφαση, επιτέλους ελεύθερη και αξιοπρεπής.
Ιστορίες

Η Ιφιγένεια Ζαχαριάδη άφησε το κινητό πάνω στο τραπέζι της κουζίνας με μια ήρεμη, σχεδόν μηχανική κίνηση. Ο Σωτήριος Σαββίδης δεν μπήκε καν στον κόπο να πει ένα «γεια». Κατευθείαν στην ουσία, σαν να μιλούσε σε υπάλληλο εξυπηρέτησης και όχι στη σύζυγό του.

— Όχι, δεν έκανα τη μεταφορά, απάντησε ήρεμα, συνεχίζοντας να τακτοποιεί τα ψώνια στις σακούλες.

Από την άλλη άκρη της γραμμής απλώθηκε σιωπή. Εκείνος περίμενε να συνεχίσει. Να απολογηθεί. Να εξηγήσει. Εκείνη, όμως, δεν πρόσθεσε λέξη.

— Δηλαδή «όχι»; Η φωνή του σκλήρυνε. — Η μητέρα μου δεν είναι καλά κι εσύ αδιαφορείς;

— Δεν αδιαφορώ. Απλώς δεν θα στείλω χρήματα.

— Για ποιο λόγο;

Γύρισε και τον κοίταξε. Σαράντα οκτώ χρονών άντρας, με βλέμμα μπερδεμένου εφήβου, σαν να του είχαν στερήσει κάτι που θεωρούσε αυτονόητο.

— Επειδή, Σωτήριε, ως εδώ. Δεκαπέντε χρόνια είναι αρκετά.

Εκείνος γέλασε ειρωνικά, κάθισε και βυθίστηκε στην οθόνη του κινητού, αποφεύγοντας τη συζήτηση όπως πάντα.

— Τι δράμα είναι πάλι αυτό; Μήπως περνάς εμμηνόπαυση;

Μέσα της κάτι έκλεισε απότομα, ψυχρά. Δεν ένιωθε πια θυμό. Μόνο εξάντληση.

Ίσως όλα να είχαν αρχίσει από τον γάμο τους. Όταν η Αγγελική Καραμανλή, η πεθερά της, είχε ψιθυρίσει σε μια φίλη της: «Τυχερός ο Σωτηράκης. Πήρε γυναίκα με λεφτά, με δικό της σαλόνι ομορφιάς. Τώρα θα ζήσουμε σαν άνθρωποι».

Η Ιφιγένεια τότε προσποιήθηκε πως δεν άκουσε. Πίστεψε ότι ήταν απλώς μια απερίσκεπτη κουβέντα. Δεν ήταν. Ήταν σχέδιο ζωής.

Τον πρώτο χρόνο όλα κυλούσαν ήρεμα. Ο Σωτήριος εργαζόταν ως υπεύθυνος πωλήσεων σε τεχνική εταιρεία. Ο μισθός του μέτριος, αλλά υπήρχε. Η επιχείρηση της Ιφιγένειας άνθιζε, οι πελάτισσες πλήθαιναν. Τα έσοδα επαρκούσαν για όλους.

Ύστερα άρχισαν οι «περικοπές». Πρώτα κόπηκαν τα μπόνους. Μετά μειώθηκαν τα επιδόματα. Έπειτα τον έβαλαν μερική απασχόληση. Τελικά η εταιρεία «αντιμετώπισε προβλήματα» και εκείνος έμεινε μήνες να «ψάχνει κάτι αντάξιο». Η Ιφιγένεια δεν διαμαρτυρήθηκε. Οικογένεια ήταν.

Κάποια στιγμή, όμως, συνειδητοποίησε πως μέσα σε πέντε χρόνια είχε αλλάξει τρεις δουλειές, χωρίς ποτέ να σταθεροποιηθεί οικονομικά. Αντίθετα, οι απαιτήσεις πλήθαιναν.

— Ιφιγένεια, η μαμά χρειάζεται φάρμακα.

— Ιφιγένεια, η Δάφνη Γρηγοροπούλου θέλει βοήθεια για την ανακαίνιση.

— Ιφιγένεια, η Ξάνθη Ρούσσου δεν μπορεί να πληρώσει τον παιδικό σταθμό του μικρού Οδυσσέα Λαζαρίδη.

Κι εκείνη έστελνε χρήματα. Αγόραζε ό,τι ζητούσαν. Κάλυπτε λογαριασμούς. Γιατί ήταν «οικογένεια». Γιατί μπορούσε. Γιατί, αν όχι εκείνη, τότε ποιος;

Ώσπου ήρθε εκείνη η μέρα.

Πήγε στο σπίτι της πεθεράς της για να της αφήσει τρόφιμα. Είχε δικά της κλειδιά — η Αγγελική επέμενε: «Αν μου συμβεί κάτι, να μπορείς να μπεις αμέσως». Ανέβηκε στον τρίτο όροφο, ξεκλείδωσε και μπήκε. Από την κουζίνα ακούγονταν φωνές και γέλια.

— Χαρά της είναι να τρέχει για όλους μας, η δική μας Ιφιγένεια! — ακούστηκε μια γνώριμη γυναικεία φωνή από μέσα.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής