«Δεν σας οφείλω υποταγή» — είπε η Αριάδνη ψυχρά και αποφασιστικά, κοιτάζοντας τη Στυλιανή κατάματα

Απαράδεκτη η σιωπή, ανυπόφορη η υποταγή
Ιστορίες

Η φωνή της Αριάδνης βγήκε χαμηλή, αλλά κοφτερή.

— Δεν κατάλαβες τίποτα… απολύτως τίποτα.

— Τι είναι αυτό που δεν κατάλαβα; — ο Ηρακλής κάθισε δίπλα της στο παγκάκι της εισόδου. — Πες μου να το καταλάβω.

Τον παρατήρησε προσεκτικά. Οι κρόταφοί του είχαν ασπρίσει, τα μάτια του έδειχναν κουρασμένα, μικρές ρυτίδες χάραζαν το γνώριμο πρόσωπο. Ένα πρόσωπο που είχε αγαπήσει και ακόμα αγαπούσε.

— Ηρακλή… — ψιθύρισε. — Με αγαπάς;

— Φυσικά και σε αγαπώ. Τι ερώτηση είναι αυτή;

— Τότε γιατί έμεινες σιωπηλός όταν η μητέρα σου με πρόσβαλε;

— Σου είπα… δεν έπρεπε να μιλήσει έτσι…

— Τώρα το λες! Χθες όμως δεν είπες λέξη. Και δεν είναι μόνο χθες. Τριάντα πέντε χρόνια σωπαίνεις.

Εκείνος σκούπισε το μέτωπό του με αμηχανία.

— Είναι η μητέρα μου… Πώς να της φερθώ σκληρά;

— Σε μένα, όμως, μπορείς;

— Δεν είναι το ίδιο πράγμα.

— Είναι ακριβώς το ίδιο! — σηκώθηκε όρθια. — Είμαι άνθρωπος, Ηρακλή. Έχω αξιοπρέπεια, έχω συναισθήματα.

Ο Ηρακλής χαμήλωσε το βλέμμα, κοιτώντας τα πλακάκια.

— Ξέρεις κάτι; — συνέχισε εκείνη πιο ήρεμα. — Σε ένα έχει δίκιο η Στυλιανή Οικονόμου. Έχω αλλάξει.

— Δηλαδή;

— Παλιά φοβόμουν. Μη σε πληγώσω, μη δυσαρεστήσω τη μητέρα σου. Έλεγα μέσα μου «κάνε υπομονή, κάποτε θα σε αποδεχτεί».

— Μα σε έχει αποδεχτεί εδώ και χρόνια!

Η Αριάδνη γέλασε πικρά.

— Με αποδέχτηκε σαν υπηρέτρια. Σαν κάποια που ακούει και εκτελεί.

— Υπερβάλλεις…

— Καθόλου. — Κάθισε ξανά και του έπιασε τα χέρια. — Άκουσέ με προσεκτικά.

Εκείνος ένευσε σιωπηλά.

— Έχω κουραστεί να απολογούμαι για καθετί που λέω. Να θεωρούμαι πάντα υπεύθυνη για κάθε ένταση. Να ζω σε ένα σπίτι όπου η γνώμη μου μετρά λιγότερο από όλων.

— Εγώ σε σέβομαι.

— Τότε γιατί δεν στάθηκες δίπλα μου ούτε μία φορά; Γιατί δεν της είπες ποτέ «ως εδώ»;

Η σιωπή απλώθηκε βαριά ανάμεσά τους. Μετά από λίγο, ο Ηρακλής αναστέναξε.

— Ίσως… το συνήθισα.

— Ακριβώς. Εσύ το συνήθισες. Εγώ όμως δεν το αντέχω άλλο.

Το βλέμμα του έπεσε στη βαλίτσα.

— Δηλαδή θα φύγεις;

— Δεν ξέρω. Εξαρτάται από εσένα.

— Από μένα;

— Δεν θέλω να διαλύσω την οικογένειά μας. Αλλά δεν θα συνεχίσω έτσι. Ή αλλάζουμε, ή τίποτα.

— Και τι ζητάς;

— Να είσαι σύζυγός μου, όχι το παιδί της μητέρας σου. Να ακούγεται και η δική μου φωνή. Και να μην αποφασίζει εκείνη για το σπίτι μας.

— Δεν αποφασίζει…

— Αποφασίζει. Και το ξέρεις.

Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά νευρικά.

— Πώς να της το πω; Έτσι έμαθε τόσα χρόνια…

— Είναι δικό της θέμα να μάθει αλλιώς.

— Δεν είναι εύκολο.

Η Αριάδνη στάθηκε μπροστά του.

— Πρέπει να επιλέξεις. Ή θα ορίζουμε εμείς τη ζωή μας ή θα την ορίζει η μητέρα σου. Δεν υπάρχει ενδιάμεση λύση.

Έμεινε για ώρα σκεφτικός. Έπειτα την τράβηξε στην αγκαλιά του.

— Εντάξει. Θα προσπαθήσουμε.

— Να προσπαθήσουμε τι;

— Να ζήσουμε διαφορετικά. Χωρίς να εξαρτόμαστε από τις υποδείξεις της.

— Κι αν θυμώσει;

— Θα θυμώσει. Και μετά θα της περάσει. Πού θα πάει;

Για πρώτη φορά εκείνη χαμογέλασε αληθινά.

— Να βάλω τότε τα ρούχα πίσω στη θέση τους;

— Βάλ’ τα.

Η Αριάδνη πήγε στο υπνοδωμάτιο και άδειασε τη βαλίτσα. Ο Ηρακλής στεκόταν στην πόρτα και την παρακολουθούσε.

— Αριάδνη;

— Ναι;

— Η σούπα που έφτιαξες χθες… ήταν πράγματι καλή;

Εκείνη τον κοίταξε με νόημα.

— Ήταν εξαιρετική.

— Το ήξερα, — χαμογέλασε αμυδρά. — Απλώς στη μητέρα μου δεν άρεσε η ιδέα.

Το ίδιο βράδυ τηλεφώνησε η Στυλιανή Οικονόμου. Μιλούσε γρήγορα, αναστατωμένη. Η Αριάδνη άκουγε μόνο τη μία πλευρά της συζήτησης.

— Όχι, μητέρα, δεν μαλώσαμε… Ναι, όλα είναι εντάξει… Κανείς δεν σε διώχνει… Θέλουμε απλώς να συμφωνήσουμε σε κάποια πράγματα… Σε ποια; Στο να φερόμαστε ο ένας στον άλλον με σεβασμό…

Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, την κοίταξε στα μάτια.

— Θα έρθει αύριο. Θέλει να μιλήσουμε.

— Ας έρθει, — απάντησε ήρεμα. — Αυτή τη φορά όμως η συζήτηση θα είναι διαφορετική.

— Δηλαδή;

— Θα μιλήσουμε ως ίσοι. Δεν είμαι πια κορίτσι για καθοδήγηση.

Ο Ηρακλής έγνεψε καταφατικά.

Και τότε η Αριάδνη ένιωσε κάτι να μετακινείται βαθιά μέσα της. Ίσως να μην άλλαξαν όλα μέσα σε μια στιγμή. Ίσως τίποτα να μην ήταν οριστικό. Όμως κάτι είχε αρχίσει.

Ύστερα από πολλά χρόνια, ένιωθε πως το σπίτι αυτό της ανήκε πραγματικά. Και πως, επιτέλους, δεν ήταν απλώς φιλοξενούμενη στη δική της ζωή.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής