«Δεν σας οφείλω υποταγή» — είπε η Αριάδνη ψυχρά και αποφασιστικά, κοιτάζοντας τη Στυλιανή κατάματα

Απαράδεκτη η σιωπή, ανυπόφορη η υποταγή
Ιστορίες

Η Στυλιανή Οικονόμου στεκόταν ακίνητη, καρφωμένη στη θέα της βαλίτσας, σαν να έβλεπε κάτι αδιανόητο.

— Τα έχασες εντελώς; ρώτησε με κοφτή φωνή.

— Ίσως και να τα έχασα, αποκρίθηκε ήρεμα η Αριάδνη Αναγνωστοπούλου, σπρώχνοντας τη βαλίτσα δίπλα στην πόρτα.

— Αριάδνη! Γύρνα πίσω αμέσως! Τι παραλογισμοί είναι αυτοί;

Η Αριάδνη δεν απάντησε. Πέρασε το παλτό της στους ώμους της με αργές, αποφασιστικές κινήσεις. Η πεθερά της άρχισε να τριγυρίζει νευρικά στο χολ, την άρπαξε από το μανίκι.

— Έχεις επίγνωση του τι πας να κάνεις; Ο Ηρακλής θα καταρρεύσει! Τι θα πουν τα παιδιά;

— Δεν είναι πια παιδιά. Είναι ενήλικες. Θα το καταλάβουν.

— Έχεις τρελαθεί! Για έναν καβγά τα διαλύεις όλα;

Η Αριάδνη γύρισε και την κοίταξε κατάματα.

— Για έναν; Κυρία Οικονόμου, τριάντα πέντε χρόνια τώρα μου μιλάτε με τον ίδιο τρόπο.

— Πάντα σου μιλούσα με σεβασμό!

— Με σεβασμό; επανέλαβε εκείνη με πικρό χαμόγελο. — Θυμάστε όταν ο Θεόδωρος Παύλου ήταν στο νοσοκομείο πριν δύο χρόνια;

— Και λοιπόν;

— Έμεινα δίπλα του τρεις ολόκληρες εβδομάδες. Κι εσείς λέγατε στον Ηρακλή πως το έκανα επίτηδες για να αποφύγω τις δουλειές του σπιτιού.

— Ποτέ δεν είπα κάτι τέτοιο!

— Το είπατε. Μπροστά μου. Και τότε με τη Νεφέλη Χριστοδούλου, όταν πήρε το πτυχίο της; Αγόρασα ένα φόρεμα για την περίσταση. Το θυμάστε; Σχολιάζατε πως σπαταλάω χρήματα, πως οι γονείς μου ήταν σφιχτοχέρηδες.

Το πρόσωπο της Στυλιανής κοκκίνισε.

— Διαστρεβλώνεις τα λόγια μου!

— Καθόλου. Και αυτά είναι μόνο δύο περιστατικά. Υπάρχουν δεκάδες ακόμη. Δεκάδες!

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το κλειδί στην πόρτα. Ο Ηρακλής Γρηγορόπουλος μπήκε μέσα χαμογελώντας.

— Καλησπέρα! Σήμερα γύρισα νωρίτερα… — Η φωνή του κόπηκε μόλις αντίκρισε τη βαλίτσα. — Τι συμβαίνει εδώ;

— Η γυναίκα σου αποφάσισε να μας εγκαταλείψει! πετάχτηκε η μητέρα του.

Ο Ηρακλής κοίταξε πρώτα την Αριάδνη, ύστερα τη μητέρα του και ξανά τη βαλίτσα.

— Το εννοείς; τη ρώτησε χαμηλόφωνα.

— Απόλυτα.

— Μα γιατί; Τι έγινε;

— Δεν ξέρεις;

— Όχι!

Η Αριάδνη κάθισε στο μικρό παγκάκι της εισόδου.

— Χθες μιλούσες με τη μητέρα σου. Νομίζεις πως δεν άκουσα;

Το πρόσωπό του άδειασε από χρώμα.

— Τα άκουσες όλα;

— Κάθε λέξη. Ότι είμαι αχάριστη. Ότι χρειάζομαι «συμμόρφωση». Ότι δεν σε εκτιμώ.

— Δεν ήταν έτσι…

— Πώς ήταν; Δεν μιλούσατε για μένα;

— Η μητέρα απλώς είχε νεύρα για το χθεσινό…

— Για το ότι δεν απάντησα στο τηλέφωνο; Μαγείρευα για όλους σας! Για εσάς!

— Σε παρακαλώ, ηρέμησε…

— Δεν πρόκειται να ηρεμήσω! Τριάντα πέντε χρόνια στάθηκα σωστή σύζυγος. Μαγείρευα, καθάριζα, μεγάλωσα τα παιδιά μας, στάθηκα δίπλα σου σε κάθε δυσκολία. Και τι πήρα;

— Τι λες τώρα; Μια φυσιολογική οικογένεια είμαστε!

— Φυσιολογική; Σε ποια οικογένεια ο άντρας συζητά τη γυναίκα του πίσω από την πλάτη της;

— Δεν σε κατηγορούσαμε!

— Τότε τι κάνατε; Ανάλυση πολιτικών εξελίξεων; — στράφηκε προς τη Στυλιανή. — Και εσείς; Με ποιο δικαίωμα κρίνετε τη ζωή μου;

— Είμαι η μητέρα του! φώναξε εκείνη.

— Η δική του μητέρα. Όχι η δική μου. Δεν σας οφείλω υποταγή.

— Μου οφείλεις σεβασμό!

— Σεβασμό για ποιο πράγμα; Για τις ταπεινώσεις; Για τις συνεχείς παρεμβάσεις; Γιατί τον στρέφετε εναντίον μου;

— Ηρακλή! Δεν ακούς πώς μου μιλά;

— Ακούω, είπε εκείνος χαμηλά.

— Και θα το ανεχτείς;

Σιωπή απλώθηκε στο χολ. Η Αριάδνη τον κοιτούσε χωρίς να ανασαίνει σχεδόν. Ήξερε πως εκείνη η στιγμή θα έκρινε τα πάντα.

— Μητέρα… ίσως δεν έπρεπε…

— Τι δεν έπρεπε; ρώτησε εκείνη δύσπιστα.

— Να μιλήσουμε έτσι για την Αριάδνη.

— Δηλαδή παίρνεις το μέρος της;

— Δεν παίρνω κανενός το μέρος. Είναι όμως η γυναίκα μου. Εδώ και τριάντα πέντε χρόνια.

Η Στυλιανή άνοιξε και έκλεισε το στόμα της χωρίς να βρίσκει λόγια.

— Πολύ ωραία! είπε τελικά κοφτά. — Τότε μάλλον δεν με χρειάζεστε πια.

— Μαμά, δεν είναι αυτό…

— Όλη μου τη ζωή τη θυσίασα για εσάς! Και τώρα περισσεύω; Καλά λοιπόν. Ζήστε όπως θέλετε!

Άρπαξε την τσάντα της και βγήκε, κλείνοντας την πόρτα πίσω της με δύναμη. Το σπίτι βυθίστηκε σε βαριά σιωπή.

Ο Ηρακλής πλησίασε τη γυναίκα του.

— Αριάδνη… χρειαζόταν να φτάσουμε ως εδώ; Ξέρεις πως μεγάλωσε πια…

Η Αριάδνη τον κοίταξε σταθερά, με βλέμμα κουρασμένο αλλά αποφασισμένο, σαν να ετοιμαζόταν να του θέσει το πιο σημαντικό ερώτημα της ζωής τους.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής