Το ίδιο πρωί, λίγο πριν κλείσει πίσω του η πόρτα, η Αριάδνη Αναγνωστοπούλου πλησίασε το τραπέζι και άφησε μπροστά του το φλιτζάνι.
— Ηρακλή… πρέπει να μιλήσουμε.
— Μμμ… — μουρμούρισε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από την οθόνη.
— Όχι αργότερα. Σοβαρά, πρέπει να το κάνουμε τώρα.
— Το βράδυ, Αριάδνη. Βιάζομαι. Έχω μια κρίσιμη παρουσίαση.
Σηκώθηκε, της έδωσε ένα τυπικό φιλί στο μάγουλο και βγήκε, σαν να ακολουθούσε μια καλά μαθημένη ρουτίνα. Το ίδιο άγγιγμα, η ίδια αδιαφορία. Λες και όσα είχαν ειπωθεί τη νύχτα δεν υπήρξαν ποτέ.
Εκείνη έμεινε καθισμένη και κοίταζε τον καφέ που είχε αφήσει μισό. Πώς γίνεται να μοιράζεσαι μια ζωή με κάποιον και παρ’ όλα αυτά να νιώθεις αόρατη; Να συνυπάρχεις κάτω από την ίδια στέγη και να μην σε βλέπει στ’ αλήθεια;
Λίγο μετά τις εννέα χτύπησε το τηλέφωνο. Στην οθόνη εμφανίστηκε το όνομα της Στυλιανής Οικονόμου.
— Αριάδνη, γιατί δεν απάντησες χθες;
— Είχα δουλειές.
— Δουλειές; — ξεφύσηξε ειρωνικά. — Και τι τόσο σπουδαίο σε κράτησε απασχολημένη;
Η Αριάδνη δεν μπήκε στον κόπο να εξηγήσει. Ό,τι κι αν έλεγε, θα έπεφτε στο κενό.
— Θα περάσω από εκεί το μεσημέρι, συνέχισε η πεθερά της. — Έχουμε να συζητήσουμε κάτι σημαντικό.
— Τι ακριβώς;
— Θα τα πούμε από κοντά. Κατά τις δώδεκα να με περιμένεις.
Η γραμμή έκλεισε απότομα. Η Αριάδνη έμεινε να κοιτά το κινητό στο χέρι της και, σαν να καθάρισε ξαφνικά το τοπίο μέσα της, κατάλαβε ότι είχε φτάσει στα όριά της. Δεν άντεχε άλλο τις συνεχείς υποδείξεις, τις αιχμές, το βλέμμα που την έκρινε σε κάθε της κίνηση. Δεν άντεχε να ζει σε ένα σπίτι όπου μιλούσαν για εκείνη σαν να ήταν φιλοξενούμενη.
Σηκώθηκε και πήγε στο υπνοδωμάτιο. Από το βάθος της ντουλάπας τράβηξε τη βαλίτσα που είχαν αγοράσει για το ταξίδι του μέλιτος. Σκονισμένη, με το χερούλι μισοχαλασμένο — όπως και τόσα άλλα.
Άρχισε να μαζεύει πράγματα. Προσεκτικά, σχεδόν τελετουργικά. Ρούχα, εσώρουχα, ένα ζακετάκι που φορούσε συχνά. Τα χέρια της έτρεμαν, όμως δεν σταμάτησε.
«Πού θα πάω;» αναρωτήθηκε. «Στη Νεφέλη Χριστοδούλου; Θα ταραχτεί. Θα με ρωτήσει αν μαλώσαμε. Και τι θα της απαντήσω; Ότι για τον πατέρα της και τη γιαγιά της είμαι μια τεμπέλα που δεν κάνει τίποτα σωστά;»
Έβαλε μέσα φωτογραφίες των παιδιών, έγγραφα, δυο-τρία αγαπημένα βιβλία. Η βαλίτσα γέμισε γρήγορα. Τριάντα πέντε χρόνια ζωής στριμώχτηκαν σε λίγα τετραγωνικά εκατοστά.
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν σιωπηλά. Όχι λυγμοί, μόνο μια βαθιά, κουρασμένη θλίψη.
Το κουδούνι της εισόδου την τίναξε. Η Στυλιανή είχε φτάσει νωρίτερα.
— Άνοιξε! — ακούστηκε από το θυροτηλέφωνο.
Η Αριάδνη σκούπισε βιαστικά το πρόσωπό της και πήγε να ανοίξει. Η πεθερά της μπήκε στο σπίτι με βήμα αποφασιστικό, σαν να ετοιμαζόταν για μάχη.
— Λοιπόν; — είπε κατευθυνόμενη κατευθείαν στην κουζίνα. — Κάθισε. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα.
Η Αριάδνη κάθισε απέναντί της και την παρατήρησε. «Από αυτή τη γυναίκα φοβόμουν τόσα χρόνια;» σκέφτηκε.
— Μίλησα χθες με τον Ηρακλή, ξεκίνησε η Στυλιανή. — Και μάλιστα αρκετή ώρα.
— Το άκουσα.
— Α, το άκουσες; Τότε ξέρεις γιατί βρίσκομαι εδώ.
— Όχι ακριβώς.
Η φωνή της πεθεράς μαλάκωσε τεχνητά.
— Είσαι έξυπνη γυναίκα, Αριάδνη. Δεν βλέπεις ότι έχεις αλλάξει; Έχεις γίνει… πεισματάρα.
Εκείνη δεν απάντησε.
— Παλιά άκουγες τις συμβουλές μου. Τώρα αντιμιλάς.
— Πότε ακριβώς;
— Συνεχώς! Χθες, για παράδειγμα. Σε ρώτησα γιατί δεν σήκωσες το τηλέφωνο και μου μίλησες με ύφος!
— Είπα ότι ήμουν απασχολημένη.
— Ακριβώς έτσι! — χτύπησε το τραπέζι. — Και προχθές, όταν σου είπα ότι η σούπα ήταν αλμυρή, δεν ζήτησες καν συγγνώμη!
Η Αριάδνη την κοίταζε σχεδόν απορημένη. Πώς δεν είχε διακρίνει τόσα χρόνια αυτή την υπερβολή;
— Στυλιανή Οικονόμου, δοκιμάσατε πράγματι το φαγητό;
— Τι σημασία έχει;
— Δοκιμάσατε ή όχι;
— Μια κουταλιά πήρα.
— Ο Ηρακλής έφαγε ολόκληρο το πιάτο. Και ζήτησε κι άλλο.
Η πεθερά δίστασε για μια στιγμή, αλλά ανέκτησε αμέσως το ύφος της.
— Από ευγένεια! Ο γιος μου έχει τρόπους, δεν θέλει να σε προσβάλει!
— Μάλιστα, είπε ήρεμα η Αριάδνη και σηκώθηκε. — Νομίζω πως δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε.
— Πού πας; Δεν τελειώσαμε!
Χωρίς να απαντήσει, η Αριάδνη βγήκε από την κουζίνα και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο, εκεί όπου η βαλίτσα περίμενε κλειστή. Πίσω της ακούστηκαν βήματα βιαστικά.
— Τι είναι αυτό; — ρώτησε η Στυλιανή, παγώνοντας στη θέα της βαλίτσας.
