Η Αριάδνη Αναγνωστοπούλου ξύπνησε από ψιθύρους που έφταναν μέχρι την κρεβατοκάμαρα από την κουζίνα. Γύρισε στο πλάι και κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο· ήταν μία και μισή μετά τα μεσάνυχτα. Ποιος μπορεί να συζητά τέτοια ώρα; αναρωτήθηκε μισοκοιμισμένη. Τότε ξεχώρισε καθαρά τη φωνή της πεθεράς της, της Στυλιανής Οικονόμου, και όλος ο ύπνος χάθηκε μονομιάς.
— Ηρακλή, πόσο ακόμα σκοπεύεις να το ανέχεσαι αυτό; — έλεγε με κοφτό, δηλητηριώδη τόνο. — Σου έχει πάρει τον αέρα εντελώς!
Η Αριάδνη ανασηκώθηκε απότομα στο κρεβάτι. Σε ποια αναφερόταν;
— Μη μιλάς τόσο δυνατά, μαμά. Η Αριάδνη κοιμάται, — απάντησε χαμηλόφωνα ο Ηρακλής Γρηγορόπουλος.
— Δεν με νοιάζει αν κοιμάται! Ας ακούσει! Ίσως επιτέλους συνειδητοποιήσει τι κάνει!

Η καρδιά της Αριάδνης άρχισε να χτυπά τόσο έντονα, που της φάνηκε πως ο παλμός της αντηχούσε στους τοίχους. Δεν υπήρχε αμφιβολία — για εκείνη μιλούσαν.
— Χθες της είπα να καθαρίσει τις πατάτες και μου απάντησε πως θα το κάνει όποτε εκείνη κρίνει! Έχεις ξανακούσει τέτοια αγένεια; Σε μένα, σε αυτή την ηλικία;
— Μαμά, υπερβάλλεις…
— Δεν υπερβάλλω καθόλου! Τριάντα πέντε χρόνια κάνω υπομονή! Περίμενα να ωριμάσει, να καταλάβει ποιος είναι ο αρχηγός του σπιτιού. Αντί γι’ αυτό, χειροτερεύει!
Η Αριάδνη έκλεισε τα μάτια της σφιχτά. Πατάτες; Αυτό ήταν το πρόβλημα; Όλη την προηγούμενη μέρα είχε καθαρίσει, μαγειρέψει, βάλει πλυντήρια, τακτοποιήσει το σπίτι. Και τώρα η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από μερικές πατάτες;
— Και να δεις πώς κυκλοφορεί! — συνέχισε η Στυλιανή. — Σαν να είναι καμιά βασίλισσα! Τι ξέρει στ’ αλήθεια; Ούτε σωστό φαγητό δεν φτιάχνει, ούτε το νοικοκυριό κρατά όπως πρέπει…
— Σε παρακαλώ, σταμάτα, — μουρμούρισε ο Ηρακλής.
— Όχι, δεν θα σταματήσω! Εσύ δεν είσαι άντρας; Γιατί επιτρέπεις στη γυναίκα σου να σου υποδεικνύει τι θα κάνεις;
— Κανείς δεν μου επιβάλλεται.
— Κι όμως! Θυμάσαι που ήθελες να αλλάξεις αυτοκίνητο; Εκείνη διαφώνησε. Να αγοράσεις εξοχικό; Πάλι αντιρρήσεις! Σε όλα ζητάς τη γνώμη της!
Η Αριάδνη έμεινε αποσβολωμένη. Το αυτοκίνητο; Το εξοχικό; Δεν τα είχαν συζητήσει και αποφασίσει μαζί; Μήπως τελικά εκείνος τα έβλεπε αλλιώς;
— Να σου πω τι πιστεύω; — η φωνή της πεθεράς χαμήλωσε, αλλά έγινε πιο κοφτερή. — Δεν σε σέβεται καθόλου.
— Μαμά…
— Μη με διακόπτεις! Εσύ δουλεύεις ασταμάτητα κι εκείνη; Απλώνεται στον καναπέ και βλέπει τηλεόραση!
Η Αριάδνη ένιωσε το στήθος της να σφίγγεται. Στον καναπέ; Ήταν δυνατόν; Δεν έβλεπε ή δεν ήθελε να δει πως εκείνη έτρεχε από το πρωί ως το βράδυ;
— Και αχάριστη από πάνω! — πρόσθεσε η Στυλιανή. — Όταν αρρώστησε, ποια τη φρόντισε; Εγώ! Όταν είχαν οικονομικές δυσκολίες, ποια βοήθησε; Πάλι εγώ! Κι όμως, έχει και απαιτήσεις!
— Δεν έχει καμία απαίτηση, — απάντησε κουρασμένα ο Ηρακλής.
— Έχει! Χθες τη πήρα τηλέφωνο και δεν το σήκωσε. Μου είπε πως ήταν απασχολημένη! Με τι ακριβώς ήταν τόσο απασχολημένη;
Η Αριάδνη θυμήθηκε τις πέντε αναπάντητες κλήσεις. Στεκόταν μπροστά στην κουζίνα, ετοίμαζε φαγητό για όλους. Τα χέρια της ήταν γεμάτα αλεύρι και λάδι.
— Ηρακλή, — είπε σχεδόν ψιθυριστά η Στυλιανή, — δεν νομίζεις πως ήρθε η ώρα να αλλάξει κάτι;
— Τι εννοείς;
— Να της μιλήσεις ξεκάθαρα. Να της εξηγήσεις πώς πρέπει να φέρεται. Έχει την εντύπωση ότι όλα της επιτρέπονται!
— Μαμά, είμαστε μαζί τριάντα πέντε χρόνια…
— Ακριβώς! Τόσα χρόνια ανέχεσαι! Κι εκείνη τι έχει κάνει για σένα; Τα παιδιά δεν τα μεγάλωσε σωστά, το σπίτι είναι σε κακή κατάσταση…
Η Αριάδνη έσφιξε τις γροθιές της. Τα παιδιά; Τα είχε μεγαλώσει σχεδόν μόνη της. Και το σπίτι… δεν υπήρχε γωνιά που να μην είχε φροντίσει.
— Δεν σου λέω να τη διώξεις, — κατέληξε η Στυλιανή. — Αλλά βάλε τη στη θέση της. Να καταλάβει ποια είναι η θέση της.
Ακολούθησε σιωπή βαριά. Η Αριάδνη κρατούσε την ανάσα της.
— Εντάξει, μαμά. Είναι αργά. Πήγαινε να ξεκουραστείς.
— Σκέψου όσα σου είπα, Ηρακλή. Σκέψου τα σοβαρά.
Άκουσε τις παντόφλες να σέρνονται στο πάτωμα, μια πόρτα να κλείνει. Ο Ηρακλής πέρασε από το μπάνιο και ύστερα ξάπλωσε δίπλα της. Σε λίγα λεπτά ανέπνεε ήρεμα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Εκείνη, όμως, κοιτούσε το ταβάνι με μάτια ορθάνοιχτα. Ο ύπνος είχε χαθεί οριστικά.
Το πρωί ο Ηρακλής σηκώθηκε εύθυμος, σφυρίζοντας κάτω από το ντους, σαν η νύχτα να είχε σβηστεί από τη μνήμη του. Κάθισε στο τραπέζι, ήπιε τον καφέ του και διάβαζε ειδήσεις στο κινητό, αδιάφορος. Η Αριάδνη τον παρατηρούσε σιωπηλή, νιώθοντας πως μέσα της είχε ήδη αρχίσει να ωριμάζει μια απόφαση που δεν μπορούσε πια να αναβληθεί.
