«Και ναι, από εδώ και πέρα είναι μόνο δικό μου» — είπε η Αφροδίτη ήρεμα

Η αποφασιστικότητα αξίζει τον πόνο και την ελευθερία.
Ιστορίες

— Και τώρα; ακούστηκε η φωνή του, ήρεμη, σχεδόν διστακτική.

Η Αφροδίτη δεν άνοιξε αμέσως τα μάτια. Πήρε μια ανάσα βαθιά, σαν να δοκίμαζε τη βεβαιότητα των ίδιων της των λέξεων.

— Τώρα είμαι σπίτι μου, είπε τελικά σιγανά.

Η φράση έμεινε να αιωρείται ανάμεσά τους, απλή και απόλυτη.

Ο Στέφανος Βασιλείου δεν κατάλαβε ποτέ τι πραγματικά έχασε. Δεν ήταν οι τοίχοι του διαμερίσματος ούτε τα έπιπλα. Εκείνο που γλίστρησε από τα χέρια του ήταν η ευκαιρία να σταθεί μπροστά σε κάποιον και να τον υπερασπιστεί, τη στιγμή που έπρεπε. Η Αφροδίτη, αντίθετα, βρήκε δίπλα της έναν άνθρωπο που δεν προστάτευε από υποχρέωση, αλλά από επιλογή.

Η Ευδοκία Λαζαρίδη πέτυχε αυτό που επιδίωκε χρόνια — να έχει τον γιο της αποκλειστικά δικό της. Μόνο που η «νίκη» της συνοδεύτηκε από στενότητα, από έναν μικρό ενοικιαζόμενο χώρο και από την ανάγκη να μετρούν κάθε ευρώ πριν το ξοδέψουν. Κι ενώ εκείνοι λογάριαζαν έξοδα και συμβιβασμούς, η Αφροδίτη ξυπνούσε κάθε πρωί μέσα σε ησυχία. Στο δικό της υπνοδωμάτιο. Και αντί για το παγερό βλέμμα της πεθεράς της, αντίκριζε το φως της αυγής που έμπαινε από τις κουρτίνες.

Ο Οδυσσέας Βασιλόπουλος τύλιξε τα χέρια του γύρω από τους ώμους της και την έφερε κοντά του. Έμειναν έτσι μπροστά στο παράθυρο, χωρίς λόγια. Κι εκεί, μέσα στη σιωπή, η Αφροδίτη συνειδητοποίησε κάτι που παλιότερα φοβόταν να παραδεχτεί: η δικαιοσύνη δεν εμφανίζεται από μόνη της, σαν δώρο. Δεν έρχεται επειδή κάποιος άλλος αποφάσισε να διορθώσει τα πράγματα. Τη διεκδικείς. Τη χτίζεις με ρίσκο. Καμιά φορά πονάει, συχνά τρομάζει. Όμως όταν κάνεις το βήμα — ακόμη κι αν είναι το πιο δύσκολο της ζωής σου — τότε όλα αλλάζουν θέση. Και η ζωή παύει να είναι ξένη. Γίνεται δική σου.

— Σε ευχαριστώ, ψιθύρισε.

Ο Οδυσσέας χαμογέλασε αμήχανα.

— Για ποιο πράγμα;

Εκείνη γύρισε ελαφρά προς το μέρος του.

— Που είσαι εδώ. Που στέκεσαι δίπλα μου, χωρίς όρους.

Τη φίλησε απαλά στην κορυφή του κεφαλιού και μαζί επέστρεψαν στο τραπέζι για να τελειώσουν το δείπνο τους. Ένα συνηθισμένο βράδυ, σε ένα συνηθισμένο διαμέρισμα. Κι όμως, τίποτα δεν ήταν πια όπως πριν. Δεν υπήρχαν ξένες απαιτήσεις, ούτε κανόνες που επέβαλλαν άλλοι, ούτε σκιές θυμού να πλανώνται στον αέρα. Υπήρχε μόνο η αίσθηση του ανήκειν.

Κάπου αλλού, ο Στέφανος ζούσε με την επιλογή που είχε κάνει εκείνο το απόγευμα στο καφέ — όταν αποφάσισε πως η μητέρα του είχε προτεραιότητα απέναντι στη γυναίκα του. Η Ευδοκία είχε κερδίσει τον γιο της ολοκληρωτικά, αλλά τώρα συμβίωνε με τις συνέπειες αυτής της επικράτησης. Η Αφροδίτη, αντίθετα, είχε λυτρωθεί. Από ανθρώπους που τη θεωρούσαν ξένη μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Από την ανάγκη να ικανοποιεί όσους δεν εκτιμούσαν τίποτα. Από τον τρόμο της μοναξιάς.

Δεν έμεινε μόνη.

Έγινε ολόκληρη.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής