«Πες της να γυρίσει στους δικούς της» — είπε η Χρυσούλα με ψυχρή ικανοποίηση, ενώ η Δάφνη πάγωσε στην πόρτα

Απαράδεκτη προδοσία που καταρράκωσε κάθε εμπιστοσύνη.
Ιστορίες

Η κίνηση εκείνη δεν ήταν απλώς συμβολική· ήταν το τέλος. Το κόσμημα έμεινε πίσω, πάνω στο έπιπλο, σαν κάτι άχρηστο που δεν άξιζε ούτε δεύτερη σκέψη. Δεν το ήθελε πια. Όπως δεν ήθελε και τίποτα από όσα συνδέονταν με το ψέμα.

Έσυρε τη βαλίτσα μέχρι την είσοδο και φόρεσε βιαστικά το παλτό της. Τη στιγμή που έπιανε το χερούλι της πόρτας, η Χρυσούλα Καρακόστα εμφανίστηκε από την κουζίνα κρατώντας έναν δίσκο. Μόλις αντίκρισε τη Δάφνη Λαζαρίδη με τις αποσκευές στο χέρι, σταμάτησε απότομα.

— Πού νομίζεις ότι πηγαίνεις; — τη ρώτησε. Στον τόνο της δεν υπήρχε έκπληξη, αλλά μια δυσάρεστη ικανοποίηση.

Η Δάφνη τη κοίταξε ανέκφραστα, σαν να είχε ήδη απομακρυνθεί ψυχικά από το σπίτι.

— Στο σπίτι μου, — απάντησε κοφτά.

Η Χρυσούλα ακούμπησε τον δίσκο στο τραπέζι με θόρυβο.

— Μα μόλις ήρθατε!

— Ο Λεωνίδας Σολομωνίδης θα τα καταφέρει και χωρίς εμένα. Πείτε του απλώς ότι έφυγα.

Δεν περίμενε άλλη αντίδραση. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Ο πρωινός αέρας τη χτύπησε στο πρόσωπο, δροσερός και καθαρός. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να προσπαθούσε να ξεπλύνει από μέσα της ό,τι είχε προηγηθεί. Κάλεσε ταξί και στάθηκε σιωπηλή ώσπου να φτάσει.

Μόλις κάθισε στο πίσω κάθισμα, η αντοχή της κατέρρευσε. Τα δάκρυα κύλησαν ασταμάτητα, χωρίς λυγμούς, χωρίς ήχο. Ο οδηγός την παρατηρούσε διακριτικά από τον καθρέφτη, μα δεν τόλμησε να ρωτήσει τίποτα. Κι εκείνη ήταν ευγνώμων για αυτή τη σιωπή.

Όταν το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στην πολυκατοικία της, ένιωθε άδεια, σαν να είχαν στερέψει όλα μέσα της. Πλήρωσε, κατέβηκε και προχώρησε αργά προς την είσοδο, σέρνοντας τη βαλίτσα πίσω της.

Την επόμενη κιόλας μέρα υπέβαλε αίτηση διαζυγίου. Πονούσε; Ασφαλώς. Την πλήγωνε; Περισσότερο απ’ όσο θα παραδεχόταν. Όμως δεν ήταν άνθρωπος για να δέχεται ταπεινώσεις. Δεν είχε βρεθεί στα σκουπίδια για να τη μεταχειρίζονται έτσι.

Ο Λεωνίδας συνέχισε για καιρό να την καλεί. Άλλοτε παρακαλούσε, άλλοτε προσπαθούσε να δικαιολογηθεί. Ίσως, αν δεν είχε ακούσει με τα ίδια της τα αυτιά όσα ειπώθηκαν, να είχε λυγίσει. Ίσως να είχε πειστεί πως επρόκειτο για παρεξήγηση. Όμως η αλήθεια δεν σβήνεται όταν τη ζήσεις.

Άντρες υπάρχουν πολλοί, σκέφτηκε. Κάποια στιγμή θα συναντήσει εκείνον με τον οποίο θα μπορέσει να χτίσει μια πραγματική οικογένεια, βασισμένη στον σεβασμό. Ένα πράγμα, όμως, ήταν βέβαιο: δεν θα γινόταν ποτέ ξανά το στήριγμα κάποιου που τη θεωρούσε δεδομένη. Από εδώ και πέρα, θα ζούσε για τον εαυτό της — και μόνο.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής