«Πες της να γυρίσει στους δικούς της» — είπε η Χρυσούλα με ψυχρή ικανοποίηση, ενώ η Δάφνη πάγωσε στην πόρτα

Απαράδεκτη προδοσία που καταρράκωσε κάθε εμπιστοσύνη.
Ιστορίες

— Πες της να γυρίσει στους δικούς της. Ας τα λύσουν εκεί μαζί της. Κι εμείς επιτέλους θα ζήσουμε τη ζωή μας. Να δεις που θα ανασάνω μόλις τελειώσει αυτό το θέατρο…

Η Δάφνη δεν άκουσε τίποτε άλλο. Ένας βόμβος σκέπασε τις φωνές. Το αίμα χτυπούσε στους κροτάφους της με μανία. Ώστε έτσι είχαν τα πράγματα; Την ανεχόταν απλώς; Περίμενε τη στιγμή που θα «έφευγε μόνη της»; Τα γόνατά της λύγισαν, όμως πείσμωσε και στάθηκε όρθια.

Να λοιπόν γιατί απέφευγε συστηματικά την κουβέντα για παιδιά… Όλα έδεναν ξαφνικά. Για ποιο λόγο να δημιουργήσει οικογένεια μαζί της, αφού το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η οικονομική της άνεση;

Η Δάφνη ποτέ δεν στερήθηκε χρήματα. Η θέση της στην εταιρεία ήταν υψηλή και οι απολαβές της αξιοπρεπέστατες. Πάντα, όμως, πίστευε πως σε μια σχέση αυτά δεν έχουν σημασία. Δεν ήθελε να είναι από εκείνες τις γυναίκες που λογαριάζουν κάθε ευρώ ή ντρέπονται να προσφέρουν ένα δώρο στον σύντροφό τους. Και τώρα, σαν να άνοιξε ξαφνικά ένα παλιό συρτάρι μνήμης, θυμήθηκε όλα όσα είχε κάνει για τον Λεωνίδα Σολομωνίδη.

Εκείνη είχε πληρώσει τα σεμινάρια εξειδίκευσης όταν εκείνος αποφάσισε να αλλάξει επαγγελματική πορεία. Το ποσό δεν ήταν μικρό, μα το θεώρησε επένδυση στο κοινό τους μέλλον. Στα ταξίδια, πάλι, σχεδόν πάντα εκείνη αναλάμβανε τα έξοδα. Κι εκείνος μουρμούριζε διαρκώς πως «παραείναι ακριβά». Τότε της φαινόταν απλώς συνετός.

Τώρα, όμως, οι φράσεις του αποκτούσαν άλλη χροιά. Σαν υπαινιγμοί πως δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά ούτε ένα εκλεκτό πιάτο σε εστιατόριο. «Δεν βγάζω όσα εσύ», έλεγε χαμηλόφωνα. Κι εκείνη έσπευδε να τον καθησυχάσει, να τον κεράσει, να τον κάνει να νιώσει σημαντικός.

Η ανακαίνιση του διαμερίσματος είχε ξεκινήσει πριν από έξι μήνες. Το μεγαλύτερο βάρος είχε πέσει στους δικούς της ώμους. Ο Λεωνίδας διαμαρτυρόταν πως θα μπορούσαν να αρκεστούν στα βασικά. Εκείνη, αντίθετα, ονειρευόταν ένα καλαίσθητο, ζεστό σπίτι. Έναν χώρο που να αντικατοπτρίζει την κοινή τους ζωή.

Και το αυτοκίνητο… Μια ψυχρή ανατριχίλα τη διαπέρασε. Θυμήθηκε πόσο δίσταζε, επαναλαμβάνοντας ότι ήταν πολυτέλεια. Εκείνη προσφέρθηκε να καλύψει τη διαφορά, ακόμη και να πάρει δάνειο αν χρειαζόταν. Ευτυχώς, δεν είχαν προχωρήσει τόσο. Κι ύστερα τα μικρά και «ασήμαντα»: το καινούργιο κινητό στα γενέθλιά του, το ακριβό ρολόι στην επέτειο του γάμου τους, τα αμέτρητα δείπνα που πλήρωνε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό της. Όλα τα είχε προσφέρει με αγάπη. Κι εκείνος, όπως αποδείχθηκε, είχε βολευτεί σε μια άνετη ζωή εις βάρος της.

Χωρίς να κάνει θόρυβο, γύρισε στην κρεβατοκάμαρα. Τα μάτια της θόλωναν, μα αρνιόταν να αφήσει τα δάκρυα να κυλήσουν. Μέσα της έβραζε. Τα δάχτυλά της έτρεμαν καθώς τράβηξε τη βαλίτσα από την ντουλάπα. Άρχισε να πετά ρούχα μέσα σχεδόν στα τυφλά, αδιάφορη αν θα τσαλακώνονταν. Το μόνο που επιθυμούσε ήταν να φύγει όσο το δυνατόν γρηγορότερα από εκείνο το σπίτι.

Το δαχτυλίδι που της είχε περάσει ο Λεωνίδας Σολομωνίδης στο δάχτυλο την ημέρα του γάμου τους το έβγαλε αργά, το κοίταξε για μια στιγμή και το άφησε πάνω στο κομοδίνο, σαν οριστική απάντηση σε όλα όσα είχε μόλις ακούσει.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής