«Πες της να γυρίσει στους δικούς της» — είπε η Χρυσούλα με ψυχρή ικανοποίηση, ενώ η Δάφνη πάγωσε στην πόρτα

Απαράδεκτη προδοσία που καταρράκωσε κάθε εμπιστοσύνη.
Ιστορίες

Η Δάφνη ένιωθε το στομάχι της να σφίγγεται. Για άλλη μια φορά η ίδια σκηνή. Πάντα το ίδιο μοτίβο. Κι εκείνη; Να κάθεται στην άκρη και να καταπίνει τα λόγια της; Μάλλον αυτό περίμεναν από εκείνη.

— Εντάξει, μη μαλώνετε, — προσπάθησε να χαμηλώσει τους τόνους με ήρεμη φωνή. — Όλα θα γίνουν όταν πρέπει.

Η Χρυσούλα αναστέναξε επιδεικτικά, σφίγγοντας τα χείλη της.

— Ο καιρός, όμως, δεν περιμένει κανέναν.

— Μαμά, φτάνει! — αντέδρασε ο Λεωνίδας, πιο απότομα αυτή τη φορά. — Δεν ήρθαμε εδώ για να ακούμε παρατηρήσεις. Θέλαμε λίγη ηρεμία.

Πήρε το τηλεκοντρόλ και άνοιξε ξανά την τηλεόραση, ανεβάζοντας τον ήχο τόσο που κάλυψε κάθε πιθανότητα συνέχειας της κουβέντας. Η Δάφνη ένιωσε την απογοήτευση να την πλακώνει. Το βράδυ είχε χαλάσει οριστικά. Σηκώθηκε χωρίς λέξη και άρχισε να μαζεύει τα πιάτα.

— Τουλάχιστον βοήθησέ τη, μην κάθεσαι έτσι, — του πέταξε η Χρυσούλα με αυστηρό βλέμμα.

Εκείνος μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο, σηκώθηκε βαριεστημένα και πήρε δυο πιάτα από το τραπέζι. Η υπόλοιπη ώρα κύλησε μέσα σε βαριά σιωπή. Αργά τη νύχτα πήγαν για ύπνο.

Η Δάφνη στριφογύριζε για ώρες. Ο ύπνος δεν ερχόταν. Σκέψεις μπλεγμένες, μια αδιόρατη μελαγχολία που της έσφιγγε το στήθος. Δίπλα της ο Λεωνίδας κοιμόταν απλωμένος, καταλαμβάνοντας σχεδόν όλο το κρεβάτι, ανασαίνοντας βαριά. Έκλεισε τα μάτια της με έναν σιωπηλό αναστεναγμό.

Ξύπνησε από το κρύο. Το παράθυρο ήταν μισάνοιχτο. Σηκώθηκε να το κλείσει και τότε πρόσεξε ότι ο Λεωνίδας έλειπε. Κοίταξε το ρολόι: έξι και μισή το πρωί. Περίεργο. Φόρεσε τη ρόμπα της και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα.

Πριν περάσει το κατώφλι, άκουσε φωνές. Κοντοστάθηκε. Ο τόνος δεν ήταν συνηθισμένος. Ο Λεωνίδας καθόταν στο τραπέζι χαλαρά, με ένα φλιτζάνι μισοτελειωμένο τσάι στο χέρι, ξύνοντας αφηρημένα τον αυχένα του. Απέναντί του στεκόταν η Χρυσούλα.

— Πόσο θα συνεχιστεί αυτό, Λεωνίδα; — έλεγε χαμηλόφωνα αλλά κοφτά. — Σκέφτεσαι να ζήσεις έτσι για πάντα; Την βλέπεις πώς έχει γίνει; Μόνιμα σκυθρωπή, τίποτα δεν της αρέσει. Αυτό δεν αντέχεται. Εσύ γιατί το τραβάς; Είσαι άντρας, πάρε μια απόφαση.

Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.

— Σου το είπα. Λίγη υπομονή ακόμα. Να πάρει πρώτα δάνειο για το αυτοκίνητο κι ύστερα βλέπουμε. Καλύτερα να φύγει μόνη της. Δεν θέλω φασαρίες.

Η Δάφνη ένιωσε το αίμα να παγώνει. Κρατήθηκε από την κάσα της πόρτας για να μη σωριαστεί. Δεν μπορούσε να πιστέψει όσα άκουγε. Ο άντρας της μιλούσε για εκείνη σαν να ήταν βάρος, σαν να συζητούσε για τον καιρό.

— Στα έλεγα εξαρχής πως δεν σου ταιριάζει, — συνέχισε η Χρυσούλα. — Δεν είναι για σπίτι, ούτε για οικογένεια. Ζεις χάρη στα λεφτά της κι εκείνη νομίζει πως όλα γίνονται από αγάπη. Κι εγώ πρέπει να τη βλέπω κάθε μέρα εδώ μέσα. Είναι μαρτύριο.

— Θα το κανονίσω, — απάντησε ο Λεωνίδας νωχελικά. — Δυο-τρεις μήνες ακόμα. Απλώς πρέπει να βρω τη σωστή στιγμή. Δεν θέλω σκηνές.

Η Δάφνη ένιωθε την καρδιά της να χτυπά τόσο δυνατά που φοβήθηκε μήπως την ακούσουν. Και τότε η Χρυσούλα πήρε ξανά τον λόγο, με φωνή πιο σκληρή από πριν.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής