«Πες της να γυρίσει στους δικούς της» — είπε η Χρυσούλα με ψυχρή ικανοποίηση, ενώ η Δάφνη πάγωσε στην πόρτα

Απαράδεκτη προδοσία που καταρράκωσε κάθε εμπιστοσύνη.
Ιστορίες

— Λοιπόν, άντε, ετοιμάσου. Θα πεταχτούμε στη μητέρα μου.

Ο Λεωνίδας Σολομωνίδης είχε ήδη σύρει τη βαλίτσα προς την πόρτα. Η Δάφνη Λαζαρίδη δεν έτρεφε και ιδιαίτερη αδυναμία στις επισκέψεις προς την πεθερά της. Ήξερε καλά το σενάριο: θα κάθονταν όλοι γύρω από το τραπέζι και, αργά ή γρήγορα, η κουβέντα θα κατέληγε εκεί που κατέληγε πάντα. Επτά χρόνια γάμου μετρούσαν, κι όμως παιδί δεν είχε έρθει. Σαν να έφταιγε αποκλειστικά εκείνη. Λες και δεν το ήθελε όσο τίποτα. Ο Λεωνίδας, όμως, διαρκώς ανέβαλλε. «Αργότερα», έλεγε. Πρώτα η καριέρα, μετά η ανακαίνιση, ύστερα το καινούργιο αυτοκίνητο. Τώρα είχε μπει στο στόχαστρο το εξοχικό. Σαν να αποκλείεται να συνυπάρχουν παιδί και εξοχικό κάτω από τον ίδιο ουρανό.

Με έναν βαρύ αναστεναγμό άρχισε να τακτοποιεί τα ρούχα της στην τσάντα. Μπορούσε ήδη να φανταστεί τη βραδιά: ερωτήσεις για τη δουλειά, για τα σχέδια του καλοκαιριού, κι έπειτα οι γνώριμες, καλοστημένες αιχμές. Τις ήξερε απέξω κι ανακατωτά.

«Η Περσεφόνη Ρούσσου έχει ήδη δυο παιδάκια. Και η Ευρυδίκη Βασιλοπούλου περιμένει αγόρι…»

Συνοδεία ενός όλο νόημα αναστεναγμού.

Κι εκείνη; Τι μπορούσε να απαντήσει; Στο τέλος, πάλι εκείνη θα έβγαινε υπεύθυνη. Ποτέ ο λατρεμένος γιος της Χρυσούλας Καρακόστα.

Στη διαδρομή, ο Λεωνίδας άνοιξε το ραδιόφωνο και βυθίστηκε στη σιωπή του. Η Δάφνη κοίταζε αφηρημένα τα φώτα της πόλης που περνούσαν. Είχε αποφασίσει πως δεν πήγαινε άλλο· έπρεπε να μιλήσουν σοβαρά, απόψε κιόλας. Δεν ήταν πια είκοσι χρονών. Τα τριάντα είχαν ήδη φτάσει.

Η Χρυσούλα Καρακόστα τούς υποδέχτηκε εγκάρδια, όπως πάντα. Το σπίτι έμοιαζε απαράλλαχτο, με μία μόνο διαφορά: ένας κατακόκκινος, αφράτος γάτος τριγυρνούσε στο σαλόνι. Εκείνοι ούτε ένα χάμστερ δεν είχαν αποκτήσει.

— Δάφνη μου, έλα μέσα, κορίτσι μου! — είπε με πλατύ χαμόγελο η Χρυσούλα.

Η Δάφνη ανταπέδωσε όσο πιο πειστικά μπορούσε.

— Μαμά, ο πατέρας; — ρώτησε ο Λεωνίδας, απλώνοντας ήδη το κορμί του στον καναπέ και ανοίγοντας την τηλεόραση.

— Στο εξοχικό, φροντίζει τις πατάτες. Αύριο θα γυρίσει. Κι εσύ, αντί να ξαπλώνεις, δεν βοηθάς τη Δάφνη με τα πράγματα;

— Οδήγησα όλη τη διαδρομή, κουράστηκα, — μουρμούρισε εκείνος.

Η Χρυσούλα αναστέναξε και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Η Δάφνη την ακολούθησε.

— Τι όμορφος γατούλης! — σχολίασε προσπαθώντας να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα.

— Μας βρήκε μόνος του. Τον φωνάζουμε Ρίζο. Κυνηγάει ποντίκια, κάνει δουλειά!

Στο τραπέζι, ανάμεσα σε φλιτζάνια και μπισκότα, οι ερωτήσεις ξεκίνησαν ήπια. Για τη δουλειά, για τα σχέδια. Και ύστερα, αναπόφευκτα, το γνωστό θέμα.

— Ακόμα τίποτα; — είπε η Χρυσούλα. — Ήρθε η ώρα να σκεφτείτε και κανένα εγγονάκι.

Η Δάφνη έσφιξε τα χείλη.

— Μαμά, τα έχουμε συζητήσει, — ακούστηκε ο Λεωνίδας από το σαλόνι, χωρίς να πάρει τα μάτια του από την οθόνη. — Όλα στην ώρα τους.

— Ποια ώρα, Λεωνίδα; Τριάντα χρονών είστε!

Εκείνος σηκώθηκε απότομα και έκλεισε την τηλεόραση.

— Θα το χειριστούμε μόνοι μας. Δεν είμαστε παιδιά.

Η Δάφνη τους παρατηρούσε σιωπηλή, νιώθοντας μέσα της την ένταση να φουντώνει και το αίμα της να αρχίζει να βράζει.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής