«Δώσ’ τον» — απαίτησε ψυχρά, βλέποντας τον γιο ως εμπόδιο

Απάνθρωπη προδοσία που τσακίζει κάθε ελπίδα.
Ιστορίες

…τον άψογο μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας! Κάθε χαρτί το πέρασα από έλεγχο ξανά και ξανά. Έξι μήνες προετοιμασία, τηλέφωνα, γνωριμίες, ένα σωρό ευρώ να φεύγουν! Και η τρύπα που έμενες εσύ… εκεί ήταν παιχνιδάκι. Η γριά από δίπλα ξεχνούσε μόνιμα το γκαζάκι αναμμένο. Εγώ απλώς έδωσα μια μικρή ώθηση. Για το καλό σου. Για να μη σαπίζεις. Για να έρθεις σε μένα. Καθαρή. Κι εκείνος… — έκανε ένα απότομο νεύμα προς την κοιλιά της, σαν ο Λεωνίδας Καραμάνης να βρισκόταν ακόμη εκεί — εκείνος είναι βρωμιά. Πρέπει να φύγει από τη μέση. Τα έχω κανονίσει όλα. Καλό ίδρυμα, πληρωμένο, κάπου έξω από την Αθήνα. Θα μπορείς και να τον βλέπεις, αν έχεις τόση ανάγκη. Αλλά θα ζεις μαζί μου.

Μιλούσε ασταμάτητα. Οι λέξεις του ξεχύνονταν ωμές, αποκρουστικές. Δεν προσποιούνταν πια. Ήταν βέβαιος πως δεν τον άγγιζε τίποτα, πως εκείνη του ανήκε ολοκληρωτικά. Με καμάρι μάλιστα περιέγραψε πόσο «καθαρά» φύτεψε ύποπτες εγγραφές στον υπολογιστή του Αντώνη Πανταζή.

— Όλα για σένα, ανόητη! Κι εσύ; Το ’σκασες. Δεν πειράζει. Τώρα θα πάμε σπίτι. Θα τα φτιάξουμε όλα.

Της άρπαξε τον καρπό. Ο πόνος ανέβηκε μέχρι τον ώμο, τα κόκαλα διαμαρτυρήθηκαν. Και τότε ακριβώς εμφανίστηκαν οι «κύριοι». Όλα κύλησαν σε δευτερόλεπτα: το μεταλλικό κλικ των χειροπέδων, η πνιχτή βρισιά του Στέλιου Μαυρογιάννη, πρώτα απορημένη, ύστερα άγρια, όταν κατάλαβε. Όρμησε σαν θηρίο, αλλά τον ακινητοποίησαν. Η Νεφέλη Χατζηκωνσταντίνου έμεινε καθιστή, σφιχταγκαλιάζοντας την τσάντα με το μικρό καταγραφικό. Τον έβλεπε να τον οδηγούν έξω. Στο κατώφλι γύρισε. Το βλέμμα του, γεμάτο προσβολή και μίσος, τη διαπέρασε.
— Δική μου είσαι! — φώναξε βραχνά. — Πάντα θα είσαι! Θα γυρίσεις!

Δεν γύρισε.

Ακολούθησαν μήνες χαρτιών και αναμονής: καταθέσεις, αποδοχή της ηχογράφησης ως αποδεικτικού, νέες διώξεις — εμπρησμός, πλαστογραφία, ψευδής καταγγελία. Ο Στέλιος προφυλακίστηκε. Η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη μίλησε για διαταραχή προσωπικότητας και παθολογική εμμονή. Διατάχθηκε υποχρεωτική νοσηλεία. Η δικηγόρος της Δέσποινας Λαζαρίδου, μαζί με έναν παλιό της φίλο από την Ασφάλεια, ξαναξεσκόνισαν τον φάκελο του Αντώνη. Καινούρια στοιχεία ήρθαν στο φως, μάρτυρες δέχτηκαν να μιλήσουν με εγγυήσεις προστασίας. Η αναψηλάφηση κράτησε εννέα εξαντλητικούς μήνες.

Η Νεφέλη και ο Λεωνίδας έμεναν στο σπίτι της Δέσποινας Λαζαρίδου. Στενάχωρα, φτωχικά, μα ήσυχα. Εκείνη βρήκε δουλειά σ’ ένα μικρό κομμωτήριο μέσω φίλης· η Δέσποινα κρατούσε το παιδί. Χωρίς να το καταλάβουν, προσαρμόστηκαν. Δύο γυναίκες δεμένες από την αγάπη για έναν άντρα που έλειπε και για ένα αγόρι που υπήρχε.

Τη μέρα που ο Αντώνης βγήκε, έβρεχε το ίδιο ψιλό, εκνευριστικό νοεμβριάτικο ψιλόβροχο. Ήταν αποστεωμένος, με ένα κενό στο βλέμμα που ούτε το φως της λάμπας στην αυλή δεν γέμιζε. Ανέβηκε τις σκάλες χωρίς να ξέρει τι τον περίμενε. Η Δέσποινα άνοιξε, λύγισε, έκλαψε. Τον αγκάλιασε στο στενό χολ. Και τότε την είδε. Η Νεφέλη στεκόταν στο άνοιγμα της κουζίνας, κρατώντας τον Λεωνίδα — ένα γερό, σοβαρό παιδί ενός έτους, με γκρίζα μάτια.

Ο Αντώνης πάγωσε, σαν να αντίκρισε φάντασμα. Δεν έβγαινε λέξη.

— Είναι ο Λεωνίδας, — είπε εκείνη χαμηλόφωνα. — Ο γιος σου.

Δεν έτρεξε πάνω του. Υπήρχε πολλή πληγή ακόμη, πολλά λάθη και από τους δύο. Έμεινε στη θέση της. Περίμενε.

Εκείνος πλησίασε αργά. Γονάτισε για να βρεθεί στο ύψος του παιδιού. Ο μικρός τον κοίταξε προσεκτικά, χωρίς φόβο. Άπλωσε το χεράκι του και άγγιξε το αξύριστο μάγουλο.

Τότε μόνο ο Αντώνης λύγισε. Έκλαψε σιωπηλά, βαθιά, με τους ώμους να τρέμουν. Αγκαλιάζοντας τον γιο του, κόλλησε το πρόσωπό του στο ζεστό μπουφάν και ψέλλισε κάτι ανάμεσα σε λυγμό και συγγνώμη.

Η συγχώρεση δεν ήρθε αμέσως. Ήταν νωρίς. Όμως είχαν ό,τι δεν μπορούσε να τους πάρει κανείς: ένα παιδί, έναν κοινό πόνο και ένα κομμάτι ζωής που ο Στέλιος δεν κατάφερε να τους στερήσει. Αργότερα κάθισαν στην κουζίνα, ήπιαν τσάι. Ο Λεωνίδας μπουσούλαγε γύρω τους, χτυπώντας το παιχνίδι στο πάτωμα. Μίλησαν λίγο — για τη δίκη, για όσα έρχονταν. Ο Αντώνης θα αργούσε να δουλέψει ξανά. Έπρεπε να σταθεί στα πόδια του. Όμως υπήρχε σπίτι. Υπήρχε μητέρα. Υπήρχε γιος. Και υπήρχε κι εκείνη — η Νεφέλη, που δεν έφυγε όταν όλα σκοτείνιασαν.

Η αγάπη δεν γύρισε αμέσως όπως πριν. Στη θέση της φύτρωσε κάτι άλλο: βαθύ, ανθεκτικό. Σαν το δέντρο έξω απ’ το παράθυρο — γυμνό κάτω από τη βροχή, μα γεμάτο χυμό κάτω απ’ τον φλοιό. Κοίταζαν τον γιο τους. Και προς το παρόν, αυτό αρκούσε. Αρκετό για μια αρχή. Αργή, προσεκτική. Μέρα τη μέρα.

Τέλος.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής