Βγήκε από το μπάνιο τυλιγμένη σε ένα λεπτό βαμβακερό ρόμπα με ξεθωριασμένα λουλούδια. Στην κουζίνα επικρατούσε απόλυτη ησυχία, εκείνη τη βαριά, σχεδόν αφύσικη σιωπή που κάνει τα πάντα να φαίνονται εύθραυστα. Η Δέσποινα Λαζαρίδου καθόταν στο τραπέζι, κρατώντας στην αγκαλιά της τον Λεωνίδα, κουκουλωμένο μέσα σε μια μεγάλη πετσέτα μπάνιου. Το μωρό κοιμόταν βαθιά, ρουφώντας τα χείλη του στον ύπνο του, αθώο και ανυποψίαστο. Το πρόσωπο της γυναίκας, όμως, ήταν παγωμένο, σαν να είχε μείνει ακίνητο μετά από κάποιο ξαφνικό χτύπημα.
— Νεφέλη… — η φωνή της έσπασε στη μέση. — Έχει… εδώ, στον αριστερό του ώμο. Μια ελιά. Σαν φύλλο σφενδάμου. Ακριβώς ίδια… ίδια με του Αντώνη.
Η Νεφέλη έγνεψε αργά και κάθισε απέναντί της. Τα πόδια της λύγιζαν, σαν να είχαν χαθεί όλες οι αντοχές μαζί.
— Ναι. Είναι ο εγγονός σας. Ο Λεωνίδας. Ο Αντώνης… δεν ήξερε. Κι εγώ τότε δεν το γνώριζα ακόμα, όταν έφυγε.
— Έφυγε… — επανέλαβε η Δέσποινα, και στα μάτια της άναψε εκείνος ο γνώριμος πόνος που η Νεφέλη είχε ξαναδεί. — Δεν έφυγε, παιδί μου. Τον πήραν.
Με φωνή χαμηλή, σχεδόν επίπεδη, κοιτώντας αφηρημένα προς τη γωνιά με τα ράφια και τα βάζα με τα τουρσιά, άρχισε να αφηγείται μια ιστορία που η Νεφέλη γνώριζε, αλλά σε εντελώς διαφορετική εκδοχή. Για τον αιφνίδιο έλεγχο στην εταιρεία όπου δούλευε ο Αντώνης. Για τα τεράστια οικονομικά κενά που «ανακαλύφθηκαν». Για το πώς όλες οι υποψίες κατέληξαν πάνω του — στον νέο, ικανό οικονομικό διευθυντή. Εκείνος κατάλαβε ότι τον είχαν στήσει. Κι όμως, μη θέλοντας να παρασύρει και τη Νεφέλη στον βούρκο, πήρε την απόφαση να κόψει τα πάντα μονομιάς. Πεπεισμένος πως τον περίμεναν τουλάχιστον πέντε χρόνια φυλακή, έπαιξε το ρόλο του αδιάφορου, του άπιστου. «Ξέχασέ με. Βρες άλλον. Ζήσε ευτυχισμένη». Και πίσω από τα ψεύτικα ίχνη, τις πιέσεις και τα πλαστά στοιχεία, η Δέσποινα έβλεπε καθαρά το αποτύπωμα του Στέλιου Μαυρογιάννη. Του ανθρώπου που πάντα ζήλευε τον φίλο του. Που την κοίταζε όσο εκείνη ήταν με τον Αντώνη, αλλά δεν τολμούσε να πλησιάσει.
— Δεν μπορώ να το αποδείξω, — ψιθύρισε, κουνώντας απαλά το μωρό. — Η υπόθεση έχει κλείσει. Είναι ήδη ενάμιση χρόνο στη φυλακή. Πηγαίνω να τον δω, αλλά… έχει λυγίσει. Κι εγώ νόμιζα πως εσύ… πως είχες βρει την ευτυχία σου με τον Στέλιο. Ερχόταν εδώ, μου έλεγε ότι σε βοηθάει, ότι μιλάτε… Κι εγώ σκεφτόμουν: ίσως έτσι είναι καλύτερα. Κι όμως…
— Με παντρεύτηκε, — είπε η Νεφέλη βραχνά. — Μου έλεγε ότι με αγαπά. Στην πραγματικότητα… ήθελε να του δώσω τον Λεωνίδα. Μόλις τώρα. «Δώσ’ τον. Είναι δικό σου πρόβλημα», έτσι μου είπε.
Η Δέσποινα έκλεισε τα μάτια. Έπειτα σηκώθηκε απότομα, άνοιξε το ντουλάπι, πήρε ένα μπουκάλι βαλεριάνα και ήπιε κατευθείαν από το στόμιο.
— Τέρας. Ψυχρός, υπολογιστικός, ποταπός. Και η φωτιά στο σπίτι σου… νόμιζες ότι ήταν τυχαίο;
Ένα παγωμένο κύμα πέρασε από τη Νεφέλη. Δεν είχε σκεφτεί τίποτα. Ήταν υπερβολικά εξαντλημένη για να σκεφτεί. Τώρα, όμως, τα κομμάτια του φρικτού παζλ άρχισαν να κουμπώνουν. Ο Στέλιος είχε ξεφορτωθεί τον Αντώνη. Την είχε αφήσει χωρίς σπίτι. Της είχε προσφέρει «σωτηρία» με όρους. Και τώρα ζητούσε το τελικό αντάλλαγμα: να απαρνηθεί το παιδί της.
— Τι κάνουμε; — ρώτησε. Η ερώτηση δεν απευθυνόταν μόνο στη Δέσποινα, αλλά και στον ίδιο τον κόσμο, σε έναν Θεό που μετά βίας πίστευε. — Θα με βρει εδώ. Θα τηλεφωνεί, θα απειλεί. Δεν είναι καλά. Δεν θα σταματήσει.
— Πρέπει να καταγράφουμε τα πάντα, — απάντησε η Δέσποινα με απρόσμενη αποφασιστικότητα. — Απειλές, ομολογίες. Ξέρω έναν άνθρωπο. Παλαιός ανακριτής, φίλος του μακαρίτη του άντρα μου. Θα μας καθοδηγήσει. Κι εσύ… εσύ θα μιλήσεις με τον Στέλιο. Θα τον κάνεις να μιλήσει. Να πει την αλήθεια. Να καταγραφεί.
Το σχέδιο ήταν επικίνδυνο, σχεδόν παράλογο. Όμως άλλη επιλογή δεν υπήρχε. Το επόμενο πρωί, όπως το περίμεναν, άρχισαν τα τηλεφωνήματα. Στην αρχή ήρεμα, παρακλητικά: «Νεφέλη, γύρνα, σ’ αγαπάω, ξέφυγα, συγχώρεσέ με». Όταν εκείνη δεν απαντούσε, οι κλήσεις μετατράπηκαν σε χείμαρρο βρισιών και απειλών. Έβαζε το μεγάφωνο και η Δέσποινα, χλωμή σαν κερί, κατέγραφε σε ένα παλιό κασετοφωνάκι. «Θα σε βρω, σκύλα. Νομίζεις ότι κρύφτηκες; Όλα για σένα τα έκανα! Τον Αντώνη τον έστειλα μέσα, το σπίτι σου το έκαψα για να μην έχεις πού να πας! Είσαι δική μου! Ή θα γυρίσεις ή θα σας…»
Η φωνή του γινόταν ολοένα και πιο παρανοϊκή. Δύο μέρες μετά, ακολουθώντας τη συμβουλή του παλιού ανακριτή, η Νεφέλη δέχτηκε να τον συναντήσει. Σε καφέ κοντά στο μετρό, γεμάτο κόσμο. Στην τσάντα της, το κασετοφωνάκι ανοιχτό. Σε διπλανά τραπέζια, δύο «κύριοι» από το τμήμα ενδοοικογενειακής βίας, γνωστοί του ανακριτή.
Ο Στέλιος εμφανίστηκε σαν καταιγίδα. Αξύριστος, με κόκκινα μάτια, το παλτό του βρεγμένο να κρέμεται πάνω του. Μόλις την είδε, δεν περπάτησε· όρμησε, ρίχνοντας μια καρέκλα.
— Πού τριγυρνούσες; Στο σπίτι κρύο, δεν υπάρχει φαγητό! Πάμε, τώρα!
— Δεν επιστρέφω, Στέλιο. Τελειώσαμε.
Γέλασε κοφτά, υστερικά. Έσκυψε πάνω της, μυρίζοντας αλκοόλ και ιδρώτα.
— Τελειώσαμε; Τώρα αρχίζουμε. Έριξα τόσα λεφτά! Νομίζεις ήταν εύκολο; Να στήσω τον άγιο Αντώνη; Αυτόν τον υπόδειγμα, που τα είχε όλα στην εντέλεια…
