«Δώσ’ τον» — απαίτησε ψυχρά, βλέποντας τον γιο ως εμπόδιο

Απάνθρωπη προδοσία που τσακίζει κάθε ελπίδα.
Ιστορίες

Η απελπισία αποδείχθηκε ο χειρότερος οδηγός.
Ο Στέλιος δεν στάθηκε σωτήρας· στάθηκε παγίδα.

Η Νεφέλη βάδιζε προς το ληξιαρχείο σαν να ανέβαινε τα σκαλιά μιας αγχόνης, κρατώντας όμως μέσα της ένα μικροσκοπικό, σχεδόν γελοίο «ίσως». Ίσως να υπάρξει στέγη. Ίσως να υπάρξει σύζυγος. Ίσως ο γιος της να μεγαλώσει γνωρίζοντας πατέρα. Ίσως, επιτέλους, να σταματήσει να τρέμει κάθε βράδυ.

Αυτές οι σκέψεις, τώρα, ήταν διαλυμένες σαν γυαλιά στο πεζοδρόμιο. Γιατί ο Στέλιος δεν ήθελε οικογένεια. Δεν αναζητούσε ζωή κοινή. Τη διεκδικούσε αποκλειστικά. Τη Νεφέλη μόνη, αποκομμένη, χωρίς παρελθόν, χωρίς δεσμούς. Σαν λευκό χαρτί που θα έγραφε ο ίδιος. Και ο Λεωνίδας ήταν το ζωντανό, φωνάζον αποτύπωμα όσων εκείνος ήθελε να εξαφανίσει.

Εκείνο το βράδυ ήπιε. Στην αρχή μπύρες, έπειτα κονιάκ. Η φωνή του δυνάμωσε, το βλέμμα του έγινε κολλώδες, οι κινήσεις του φορτικές. Πηγαινοερχόταν στο παιδικό δωμάτιο, στεκόταν στο κατώφλι και κοιτούσε τον κοιμισμένο Λεωνίδα με τέτοια απέχθεια, που η Νεφέλη ένιωθε να της ανεβαίνει η ναυτία.

— Κοιμήθηκε το σκουλήκι; — μουρμούριζε. — Μακάρι να μη ξυπνήσει. Το ακούς, Νεφέλη; Ησυχία θέλω. Αλλιώς… θα τον κάνω εγώ να κοιμηθεί.

Δεν τη χτύπησε. Όχι ακόμα. Όμως η πιθανότητα αιωρούνταν βαριά στον αέρα, πηχτή σαν καπνός. Όταν τελικά σωριάστηκε στον καναπέ του σαλονιού και άρχισε να ροχαλίζει, η Νεφέλη συνειδητοποίησε ότι κρατούσε την αναπνοή της. Μόνο τότε άφησε τον αέρα να βγει από τα πνευμόνια της. Και κινήθηκε.

Οι πράξεις της ήταν μηχανικές, σχεδόν υπνωτισμένες. Από τον πρώτο μήνα των ξεσπασμάτων του, είχε ετοιμάσει μια «τσάντα ανάγκης»: πάνες, δυο βαζάκια παιδικής τροφής, γάλα σε σκόνη, μπιμπερό, νερό, υγρά μαντηλάκια, αλλαξιά για τον Λεωνίδα, ένα δικό της πουλόβερ, τα χαρτιά τους και όλα τα χρήματα που είχε καταφέρει να κρύψει, ευρώ το ευρώ — μερικές χιλιάδες συνολικά. Η τσάντα βρισκόταν πίσω από την ντουλάπα στο χολ. Την άρπαξε. Σήκωσε τον Λεωνίδα, που είχε ήδη ξυπνήσει και γκρίνιαζε, τον τύλιξε με μια ζεστή κουβέρτα, φόρεσε το παλιό της μπουφάν. Στις μύτες των ποδιών κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Πήρε τα κλειδιά από το τραπεζάκι. Έτριξε άραγε η πόρτα; Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που της βούιζαν τ’ αυτιά.

Έξω ήταν Νοέμβρης. Δεν είχε πέσει ακόμα το πρώτο χιόνι, αλλά το μουντό, εχθρικό φθινόπωρο ήταν εκεί: βροχή ανακατεμένη με υγρό χιονόνερο, άνεμος που ξερίζωνε τα τελευταία κολλώδη φύλλα από τα δέντρα. Σκοτάδι παντού, μόνο οι λάμπες του δρόμου και η γυαλάδα της βρεγμένης ασφάλτου. Η Νεφέλη έσφιξε πάνω της τον Λεωνίδα, κουκουλωμένο μέσα στην κουκούλα του μπουφάν, και άρχισε να τρέχει. Δεν είχε προορισμό. Μόνο μακριά. Μακριά από εκείνο το σπίτι, από τη γειτονιά με τα ψηλά φράχτες, όπου ο Στέλιος την είχε «φυτέψει για ησυχία».

Τα πόδια της βούλιαζαν στις λακκούβες, το νερό έμπαινε μέσα στις μπότες, η βροχή της μαστίγωνε το πρόσωπο. Ο Λεωνίδας άρχισε να κλαίει, τρομαγμένος από το τρέξιμο και το κρύο.
— Σσσς, αγάπη μου… όλα καλά… — ψιθύριζε, χωρίς η ίδια να πιστεύει λέξη απ’ όσα έλεγε.

Κατευθύνθηκε προς τις πολυκατοικίες, τη γειτονιά με τα πολλά φώτα, τα 24ωρα μαγαζιά, τον κόσμο. Εκεί που μπορούσε να χαθεί. Ύστερα από μισή ώρα, εξαντλημένη, χώθηκε κάτω από το υπόστεγο ενός κλειστού περιπτέρου. Με τρεμάμενα χέρια έβγαλε το κινητό. Ποιον να πάρει; Φίλους στενούς δεν είχε. Η Άννα από το ίδρυμα είχε φύγει στο χωριό, στη θεία της. Την είχε καλέσει να πάει μαζί της, μα ήταν μακριά και εισιτήρια δεν υπήρχαν. Έμενε μία μόνο διεύθυνση. Η τελευταία, σχεδόν αόρατη κλωστή.

Πληκτρολόγησε έναν αριθμό που θυμόταν από την εποχή που ήταν με τον Αντώνη Πανταζή. Η κλήση άργησε να απαντηθεί.

— Ναι; — ακούστηκε μια νυσταγμένη, βραχνή φωνή.

— Δέσποινα Λαζαρίδου; Είμαι… είμαι η Νεφέλη. Η πρώην του Αντώνη. Με θυμάστε; Συγγνώμη για την ώρα… Απλώς… δεν έχω πού αλλού να πάω.

Σιωπή. Έπειτα, ένας βαθύς αναστεναγμός.

— Νεφέλη; Τι έγινε παιδί μου; Πού βρίσκεσαι;

— Έξω. Στον δρόμο. Με το παιδί. Με τον γιο μου. Τον… εγγονό σας. Σας παρακαλώ, μπορώ να έρθω; Μόνο για απόψε. Σας ικετεύω.

Άλλη μια παύση. Η Νεφέλη έσφιξε το τηλέφωνο τόσο δυνατά, που άσπρισαν τα δάχτυλά της.

— Θυμάσαι τη διεύθυνση; Πάρε ταξί. Θα σου τα δώσω εγώ όταν φτάσεις. Σε περιμένω.

Η Νεφέλη ξέσπασε σε κλάματα, χωρίς πια ντροπή, καθώς καλούσε ταξί από την εφαρμογή. Ο Λεωνίδας, ζεσταμένος από το κορμί της, ηρέμησε. Το αυτοκίνητο έφτασε γρήγορα. Μπαίνοντας στο εσωτερικό, που μύριζε αρωματικό χώρου και ξένη θαλπωρή, γύρισε να κοιτάξει πίσω: ένας άδειος δρόμος, γυαλισμένος από τη βροχή. Κανείς. Εκείνος κοιμόταν ακόμα. Είχε χρόνο.

Η Δέσποινα Λαζαρίδου άνοιξε την πόρτα φορώντας ένα παλιό φόρμας, σαν να μην είχε ξαπλώσει καν. Το πρόσωπό της ήταν κουρασμένο και φοβισμένο, μα τα μάτια της — τα μάτια του Αντώνη — την παρατηρούσαν προσεκτικά.

— Πέρνα, γρήγορα, μούσκεμα είσαι… Το παιδί, δώσ’ μου το παιδί!

Σχεδόν άρπαξε τον Λεωνίδα από τα παγωμένα χέρια της Νεφέλης. Στο χολ μύριζε γάτα, χαμομήλι φαρμακείου και παλιά βιβλία — μια γνώριμη, σχεδόν οικεία μυρωδιά από μια άλλη ζωή. Η Νεφέλη στεκόταν βγάζοντας τις βρεγμένες μπότες, ανίκανη να σταματήσει το τρέμουλο που την είχε κυριεύσει, λεπτό και εσωτερικό, σαν μηχανάκι κάτω από τα πλευρά της.

— Στο μπάνιο, να ζεσταθείς με καυτό νερό, — διέταξε η Δέσποινα, ενώ ξετύλιγε ήδη τον Λεωνίδα. — Εγώ θα τον καθαρίσω, τον καημένο, και θα τον τυλίξω. Παιδικά δεν έχω, αλλά κάτι θα βρούμε.

Η Νεφέλη υπάκουσε. Το ζεστό νερό έκαψε το δέρμα της, παρασύροντας μαζί του το κρύο και την απόγνωση. Έκλαιγε σιωπηλά κάτω από το ντους. Και μετά; Μία νύχτα ήταν μόνο μια ανάσα. Το αύριο στεκόταν άγνωστο και τρομακτικό. Πίσω δεν μπορούσε να γυρίσει. Ήταν θάνατος. Για εκείνη. Και για τον Λεωνίδα.

Όταν βγήκε από το μπάνιο…

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής