— Κάν’ το επιτέλους να σωπάσει! Το πλάσμα σου ουρλιάζει πάλι! Δεν μπορώ να δουλέψω! — ο Στέλιος Μαυρογιάννης όρμησε στο δωμάτιο και η πόρτα χτύπησε με δύναμη στον τοίχο. Το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί, και στα μάτια του άστραφτε εκείνη η άσπρη, τυφλή οργή που έκανε τη ραχοκοκαλιά της Νεφέλης Χατζηκωνσταντίνου να παγώσει.
Μαζεύτηκε ενστικτωδώς, κόλλησε τον Λεωνίδα Καραμάνη στο στήθος της. Το μωρό πνιγόταν στο κλάμα. Ένας κόμπος, καυτός και αιχμηρός, ανέβηκε στον λαιμό της. Μόλις μια εβδομάδα. Μια εβδομάδα φορούσε αυτό το καινούριο δαχτυλίδι, που ακόμα δεν είχε προλάβει να το νιώσει δικό της. Πριν, εκείνος ήταν αλλιώτικος: η φωνή του πιο ήπια, τα χέρια του προσεκτικά, τα λόγια του… τα λόγια του έσταζαν μέλι. Τώρα, κοιτούσε εκείνη και το παιδί σαν να ήταν ένα ενοχλητικό, δύσοσμο εμπόδιο, κάτι που σε λίγο θα πέταγε χωρίς τύψεις στα σκουπίδια.
— Θα τον ταΐσω τώρα, θα ηρεμήσει, — ψέλλισε, με τα χείλη να τρέμουν. — Συγγνώμη που σε αναστάτωσα.
— Σε αναστάτωσα; — ξέσπασε. — Η μάνα μου είναι δυο μέρες στα ηρεμιστικά, της ανέβηκε η πίεση! Εγώ στη δουλειά είμαι εξαντλημένος! Ως πότε αυτό; Θα τρελαθώ!
Στεκόταν από πάνω της, πλατύς, κόβοντας το φως που έμπαινε από το παράθυρο. Μύριζε ακριβό καφέ και κάτι αιχμηρό, ξένο — ίσως άγχος, ίσως καθαρή απέχθεια. Η Νεφέλη ένιωθε την ενοχή να κολλά πάνω της σαν βρεγμένο ρούχο, παρότι δεν καταλάβαινε τι λάθος είχε κάνει. Δεν τον κούνησε έγκαιρα; Δεν είχε αρκετό γάλα; Δεν άλλαξε σωστά τις πάνες; Ο Λεωνίδας ήταν μόλις τριών μηνών· τον κόσμο τον μάθαινε μέσα από το κλάμα, τους πόνους στην κοιλίτσα, την ανάγκη για τα χέρια της μάνας του. Πώς να του το εξηγήσει αυτό;

— Στέλιο… είναι μωρό, — ξεκίνησε, και αμέσως δάγκωσε τα χείλη της. Ήξερε πως τα λόγια ήταν άχρηστα.
— Μωρό! Σωστά! — γέλασε ειρωνικά, κι αυτός ο ήχος ήταν χειρότερος από φωνή. — Δικό σου μωρό. Και σε αυτό το σπίτι δεν το θέλει κανείς. Το κατάλαβες; Κανείς. Βαρέθηκα. Βαρέθηκα τις κραυγές, τη μυρωδιά από ξινισμένο γάλα και πάνες. Βαρέθηκα που είσαι κολλημένη πάνω του όλη μέρα. Τώρα είμαστε άντρας και γυναίκα. Το συνειδητοποιείς; Ή νόμιζες πως θα γίνω για μια ζωή νταντά στο μπάσταρδό σου;
Η Νεφέλη κούναγε μηχανικά το παιδί, με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα. Το λινόλεουμ ήταν παγωμένο, γεμάτο γκριζωπά νερά. Ήξερε κάθε του ρωγμή.
— Άκου, — η φωνή του χαμήλωσε, κι αυτό το έκανε ακόμα πιο επικίνδυνο. — Υπάρχει λύση. Απλή. Πολιτισμένη. Δώσ’ τον. Σε ίδρυμα, σε προσωρινή φιλοξενία — δεν έχει σημασία. Εκεί θα τον φροντίσουν. Κι εμείς θα ζήσουμε επιτέλους. Κανονικά. Σαν άνθρωποι. Εσύ θα κάθεσαι σπίτι, θα ασχολείσαι με λουλούδια, θα πηγαίνεις γιόγκα. Εγώ θα στα παρέχω όλα. Αλλά μ’ αυτόν… μ’ αυτόν δεν θα βγεις ποτέ από το βούρκο. Αυτός είναι ο βούρκος.
Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε. Δεν τον αναγνώριζε. Τίποτα δεν της θύμιζε τον άνθρωπο με το στρογγυλό πρόσωπο και τις μικρές ρυτίδες δίπλα στα μάτια που κάποτε της φαίνονταν χαριτωμένες. Κι όμως, είχε ορκιστεί. Στο νοσοκομείο. Τότε που εκείνη καθόταν στην άκρη του κρεβατιού, με τον Λεωνίδα στην αγκαλιά, φορώντας ένα παλιό φούτερ, μετά τη φωτιά. Ορκιζόταν πως θα τα αναλάμβανε όλα, πως θα γινόταν πατέρας, πως θα ήταν ευτυχισμένοι. Τα μάτια του τότε ήταν υγρά, ειλικρινή.
— Μου το υποσχέθηκες, — ψιθύρισε, και η φωνή της έσπασε.
— Υποσχέθηκα; — χαμογέλασε στραβά, έκανε έναν κύκλο στο δωμάτιο και άρπαξε το πακέτο τσιγάρα από το τραπέζι. — Υποσχέθηκα να φροντίσω εσένα. Εσένα, Νεφέλη. Αυτός είναι δικό σου ζήτημα. Και πρέπει να το λύσεις. Μόνη σου. Άλλωστε, εκτός από μένα, δεν έχεις κανέναν. Το σπίτι σου κάηκε μέχρι τούβλο, από ίδρυμα βγήκες κι εσύ, οι φίλες σου στριμώχνονται σε γωνιές. Πού θα πας; Στον δρόμο; Με το παιδί; Η πρόνοια θα σου τον πάρει αμέσως, δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα. Εγώ όμως… εγώ θα σου δώσω τα πάντα. Αλλά χωρίς αυτόν.
Έφυγε, αφήνοντας πίσω του έναν βαρύ απόηχο απειλής. Η Νεφέλη έμεινε ακίνητη, ώσπου ο Λεωνίδας αποκοιμήθηκε στον ώμο της, εξαντλημένος από το ίδιο του το κλάμα. Στο κεφάλι της χτυπούσαν οι λέξεις: «Ίδρυμα. Δώσ’ τον. Πρόβλημα». Έπιασε το μικροσκοπικό του χεράκι, με τα βαθουλώματα στις αρθρώσεις. Κομμάτι από την ίδια της την ύπαρξη. Να τον προδώσει. Να τον παραδώσει. Σαν αντικείμενο.
Κι όμως — πού αλλού; Ίδρυμα, μετά τεχνική σχολή, δουλειά σε σαλόνι ομορφιάς για ψίχουλα στο χέρι, συγκατοίκηση με τον Αντώνη Πανταζή… Ο Αντώνης. Όμορφος, ανέμελος, επιπόλαιος. Εξαφανίστηκε μόλις έμαθε για την εγκυμοσύνη. Της είπε στο τηλέφωνο: «Ρίξ’ το, Νεφέλη. Μην κρεμιέσαι από μένα. Θα σε καταστρέψω». Και χάθηκε. Εκείνη έμεινε μόνη στο μικρό της διαμέρισμα στα προάστια. Μετά ο τοκετός, μετά τα γελοία επιδόματα που μόλις έφταναν για το γάλα… και ύστερα η φωτιά. Οι γείτονες είπαν για τα καλώδια. Από το σπίτι έμειναν μαυρισμένοι τοίχοι και μυρωδιά καπνού. Εκείνη και ο Λεωνίδας ήταν στον παιδίατρο — σωτηρία. Αλλά πού να μείνουν; Και τότε εμφανίστηκε ο Στέλιος Μαυρογιάννης, φίλος του Αντώνη, με τον οποίο παλιά έπιναν όλοι μαζί μπύρες. Ήρθε με μια σακούλα πάνες και παιδικές τροφές. Την κοιτούσε με συμπόνια. Της έλεγε: «Πάντα σε ξεχώριζα, Νεφέλη. Ο Αντώνης είναι ανόητος. Δώσε μου μια ευκαιρία να σε διορθώσω. Θα τα κανονίσω όλα».
Κι εκείνη, ζαλισμένη από τη λύπη και τον φόβο, τον πίστεψε. Η απελπισία, όμως, είναι κακός σύμβουλος.
