«Τώρα… τώρα που η Thalia Angelopoulos είναι άρρωστη… που χρειάζεται τη βοήθειά μου… μόλις τώρα έμαθα τι σημαίνει να την αγαπάς στ’ αλήθεια» — είπε ο Panos Kazantzis με σπασμένη, σχεδόν ψιθυριστή φωνή

Συγκινητικά και ελπιδοφόρα, η δοκιμασία τους ένωσε
Ιστορίες

Η Thalia Angelopoulos ήταν ξαπλωμένη στο στενό κρεβάτι της εξέτασης, με τη φλέβα της πιασμένη από τον καθετήρα, και το βλέμμα της καρφωμένο στο διάλυμα που έσταζε αργά από τον ορό. Άλλα είκοσι λεπτά. Μόνο είκοσι, ώσπου να ολοκληρωθεί η χημειοθεραπεία και να μπορέσει επιτέλους να επιστρέψει στο σπίτι.

Η νοσηλεύτρια βγήκε ήσυχα από τον χώρο και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Η Thalia έμεινε μόνη, περικυκλωμένη από λευκούς τοίχους και μια ασφυκτική σιωπή. Τότε ήταν που το άκουσε.

Φωνές. Έρχονταν από το διπλανό δωμάτιο. Από το γραφείο του γιατρού.

Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Ο ήχος έμοιαζε μακρινός, αδιάφορος. Όμως, λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, αναγνώρισε καθαρά μία από τις φωνές.

Ήταν ο Panos Kazantzis. Ο σύζυγός της.

Το σώμα της Thalia σκλήρυνε απότομα. Τι δουλειά είχε ο Panos στο γραφείο του γιατρού; Γιατί δεν της είχε πει τίποτα;

— Σας ευχαριστώ που με δεχτήκατε, γιατρέ — άκουσε τη φωνή του, καθαρή, λες και ο τοίχος δεν υπήρχε ανάμεσά τους.

— Φυσικά — απάντησε ο Dionysios Evangelou. — Εδώ και μήνες είστε δίπλα στη σύζυγό σας. Θεώρησα σωστό να μιλήσουμε.

Η καρδιά της Thalia άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα. Για ποιο λόγο; Τι υπήρχε που δεν της είχαν πει;

— Πώς αισθάνεστε; — ρώτησε ο γιατρός.

Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η Thalia άκουσε έναν βαθύ αναστεναγμό από την άλλη πλευρά.

— Να σας πω την αλήθεια;

— Την αλήθεια.

— Είμαι εξαντλημένος — είπε χαμηλόφωνα ο Panos. — Αφόρητα κουρασμένος.

Τα βλέφαρα της Thalia έκλεισαν. Φυσικά και ήταν. Οκτώ μήνες τη συνόδευε σε εξετάσεις και θεραπείες, οκτώ μήνες μαγείρευε, καθάριζε, τη φρόντιζε. Οκτώ μήνες στεκόταν δίπλα της την ώρα που λύγιζε από τη ναυτία και τον πόνο. Τόσους μήνες την έβλεπε να σβήνει λίγο λίγο.

Κι όμως… εκείνη πίστευε πως δεν το έδειχνε.

Άνοιξε ξανά τα μάτια και κοίταξε τον ορό. Δεκαοχτώ λεπτά ακόμη. Δεν μπορούσε να σηκωθεί. Δεν μπορούσε να φύγει. Το μόνο που της απέμενε ήταν να ακούει.

— Η κούραση είναι αναμενόμενη — σχολίασε ο Dionysios Evangelou. — Συχνά οι συγγενείς φτάνουν στα όριά τους πιο γρήγορα από τους ίδιους τους ασθενείς.

— Το γνωρίζω — απάντησε ο Panos. — Όμως δεν γι’ αυτό ζήτησα να σας δω.

Η Thalia ένιωσε την ανάσα της να κόβεται.

— Τότε για ποιον λόγο;

Ο Panos πήρε βαθιά ανάσα.

— Γιατί… γιατί δεν θέλω να τα παρατήσω.

Η Thalia συνοφρυώθηκε, μπερδεμένη. Τι εννοούσε;

— Δεν σας καταλαβαίνω — είπε ο γιατρός.

— Ο αδελφός μου — ξεκίνησε ο Panos — μου είπε την περασμένη εβδομάδα πως πρέπει να προσέχω και τον εαυτό μου. Ότι δεν γίνεται να εξαντληθώ τελείως. Ότι η Thalia… ότι η Thalia θα καταλάβαινε αν, κάποιες φορές, ένιωθα την ανάγκη να φύγω για λίγο, να πάρω ανάσα και να ξεκουραστώ.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής