Γι’ αυτόν.
Η μικρή ήρθε στον κόσμο τον Ιούνιο, την εποχή που το μελισσοκομείο έσφυζε από ζωή, οι κυψέλες βούιζαν ασταμάτητα και το μέλι κυλούσε παχύ, κεχριμπαρένιο, σαν να περίσσευε. Ο Περικλής πια ήξερε να κατεβάζει τα πλαίσια χωρίς να τραβιέται πίσω∙ οι φόβοι του είχαν μαλακώσει μαζί με τον χειμώνα που πέρασε. Ο Σταύρος κρατούσε το μωρό στην αγκαλιά του με τόση προσοχή, λες και φοβόταν πως ακόμη και η ανάσα του μπορούσε να το πληγώσει. Η Καλλιόπη πρόσεξε πως τα δάχτυλά του έτρεμαν ελαφρά.
— Σου μοιάζει, ψιθύρισε.
— Μας μοιάζει, τον διόρθωσε εκείνη.
Ο Στέφανος Ρούσσος έστειλε κάποτε ένα γράμμα από το σωφρονιστικό ίδρυμα. Ζητούσε χρήματα για δέμα. Η Καλλιόπη το διάβασε, το έσβησε και δεν γύρισε ποτέ ξανά σ’ εκείνη τη σκέψη.
Ένα βράδυ, με τον Περικλή ήδη κοιμισμένο και την Ευφημία να ανασαίνει ήσυχα στη λίκνα της, η Καλλιόπη και ο Σταύρος κάθονταν στο κατώφλι. Το βουητό των μελισσών απλωνόταν σταθερό, σχεδόν παρηγορητικό.
— Μετανιώνεις ποτέ; τη ρώτησε. Που τότε δεν πούλησες;
Η Καλλιόπη τον κοίταξε, ύστερα άφησε το βλέμμα της να περάσει από το σπίτι, τις κυψέλες, το χωράφι που σκοτείνιαζε σιγά σιγά.
— Ούτε μία φορά, είπε. Εσύ; Που έμεινες;
Εκείνος έσφιξε το χέρι της.
— Ποτέ.
Οι μέλισσες συνέχισαν το βουητό τους. Κι εκεί μέσα υπήρχε κάτι σωστό. Κάτι που ανήκε μόνο σ’ αυτούς.
Έναν χρόνο αργότερα εμφανίστηκε στο μελισσοκομείο η Ιφιγένεια Χαραλάμπους. Κατέβηκε από ένα ξένο αυτοκίνητο, πιο γερασμένη, με φτηνή ζακέτα και χωρίς την παλιά της σιγουριά. Η Καλλιόπη ξεχώριζε μέλι από τα πλαίσια, ενώ ο Περικλής βοηθούσε, κουβαλώντας άδεια καφάσια.
— Καλλιόπη, είπε η Ιφιγένεια χαμηλόφωνα.
Η Καλλιόπη γύρισε. Δεν φάνηκε ξαφνιασμένη. Απλώς περίμενε.
— Θέλω να μιλήσουμε, συνέχισε η άλλη, κάνοντας ένα βήμα. — Βγήκα πρόσφατα. Με όρους. Δεν έχω πού να μείνω. Σκέφτηκα μήπως εσύ…
Η φράση έμεινε μετέωρη. Η Καλλιόπη ακούμπησε το πλαίσιο στο τραπέζι και σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά.
— Να σου δώσω χρήματα; ρώτησε ήρεμα. Ή δουλειά; Ή ένα άδειο δωμάτιο;
Στα μάτια της Ιφιγένειας άστραψε μια αδύναμη ελπίδα.
— Όχι, απάντησε η Καλλιόπη. Τίποτα από αυτά.
— Μα εγώ…
— Προσπάθησες να μου πάρεις τα πάντα. Το σπίτι. Τη γη. Ό,τι μου είχε απομείνει. Και τώρα ήρθες να ζητήσεις;
Η Ιφιγένεια σώπασε και κατέβασε το κεφάλι.
— Δεν έχω πού να πάω.
— Όταν διέλυες τη ζωή μου, δεν σε απασχολούσε, είπε η Καλλιόπη, πλησιάζοντας. Η φωνή της χαμήλωσε, έγινε σκληρή. — Όταν εμφανίστηκες με ψεύτικα χαρτιά, δεν σε απασχολούσε. Όταν οι άνθρωποί σου έσπασαν την πόρτα νύχτα και πυροβόλησαν εκείνον που με υπερασπίστηκε, ούτε τότε το σκέφτηκες. Άρα δεν είναι δική μου ευθύνη πού θα πας.
Η Ιφιγένεια έμεινε ακίνητη, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.
— Φύγε, είπε η Καλλιόπη. Και μην ξανάρθεις.
Εκείνη γύρισε προς τον δρόμο, περπατώντας αργά, σκυφτή. Η Καλλιόπη την παρακολούθησε μέχρι που χάθηκε και δεν ένιωσε ούτε οίκτο ούτε θυμό. Μόνο ανακούφιση.
Ο Περικλής πλησίασε και της έπιασε το χέρι.
— Ποια ήταν; ρώτησε.
— Κανείς, απάντησε. Απολύτως κανείς.
Το βράδυ, όταν ο Σταύρος γύρισε από το χωράφι, η Καλλιόπη του μίλησε για την Ιφιγένεια. Εκείνος άκουσε χωρίς να τη διακόψει και στο τέλος ένευσε.
— Σωστά έκανες.
— Έτσι λες;
— Το ξέρω, είπε και την αγκάλιασε. — Σε κάποιους αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία. Σε άλλους, μόνο να τους δείξεις την έξοδο.
Η Καλλιόπη ακούμπησε πάνω του. Από το σπίτι ακούστηκε το κλάμα της Ευφημίας. Ο Περικλής διάβαζε δυνατά κάποιο βιβλίο. Οι μέλισσες βούιζαν έξω.
Και τότε, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η Καλλιόπη σκέφτηκε πως η ζωή δεν είναι ό,τι σου χαρίζεται. Είναι ό,τι διαλέγεις να κρατήσεις. Και ό,τι αποφασίζεις να υπερασπιστείς.
Τον κοίταξε.
— Ευχαριστώ, είπε. Που δεν έφυγες.
— Κι εγώ, απάντησε. Που δεν πούλησες.
Έμειναν έτσι, αγκαλιασμένοι, ώσπου νύχτωσε εντελώς. Και το βουητό των μελισσών συνέχιζε. Μέσα του υπήρχαν όλα όσα χρειάζονταν: σπίτι, οικογένεια, γη. Και το δικαίωμα να τα λένε δικά τους.
