Το βίντεο άνοιξε χωρίς ήχο στην αρχή. Η εικόνα όμως αρκούσε.
Ο Στέφανος Ρούσσος φαινόταν δεμένος σε μια καρέκλα, σε έναν υγρό, σκοτεινό χώρο που έμοιαζε με υπόγειο. Πίσω του στεκόταν ένας άντρας με κουκούλα, ακίνητος σαν σκιά. Λίγα δευτερόλεπτα μετά εμφανίστηκε μήνυμα στην οθόνη:
«Ο άντρας σου χρωστάει. Πούλα το μελισσοκομείο. Διαφορετικά, τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα».
Η Καλλιόπη Παυλίδη ένιωσε τον λαιμό της να σφίγγεται, σαν να της έκοβε κάποιος την ανάσα. Η καρδιά της χτυπούσε άτακτα. Προσπάθησε να καλέσει τον Στέφανο· καμία απάντηση. Έστειλε μήνυμα. Σιωπή.
Δύο μέρες αργότερα, εμφανίστηκε η υποψήφια αγοραστής. Η Ιφιγένεια Χαραλάμπους. Ψηλή, καλοχτενισμένη, με αυτοπεποίθηση που γέμιζε τον χώρο. Φορούσε λευκό παλτό, που λέρωσε αμέσως ακουμπώντας την παλιά καγκελόπορτα.
— Εσείς είστε η Καλλιόπη; Μου είπαν ότι σκοπεύετε να πουλήσετε.
— Δεν… δεν είμαι σίγουρη, απάντησε διστακτικά.
— Μην καθυστερείτε, είπε κοφτά η Ιφιγένεια, ανοίγοντας έναν φάκελο και απλώνοντας τα χαρτιά στο τραπέζι. — Χρειάζεστε χρήματα. Να το συμβόλαιο. Υπογραφή εδώ, εδώ και εδώ.
Η Καλλιόπη πήρε το στυλό. Τα δάχτυλά της έτρεμαν. Στο μυαλό της στριφογύριζε η εικόνα του Στέφανου, το υπόγειο, το απειλητικό μήνυμα.
Η Ιφιγένεια έβγαλε το κινητό της για να δει την ώρα. Η οθόνη άναψε. Και τότε η Καλλιόπη είδε.
Φόντο οθόνης: μια φωτογραφία. Ο Στέφανος, με πιτζάμες, να αγκαλιάζει την Ιφιγένεια από τη μέση και να τη φιλά στον λαιμό.
— Αυτό… ψέλλισε, αλλά δεν πρόλαβε να τελειώσει.
Η Ιφιγένεια κατέβασε βιαστικά το τηλέφωνο. Ήταν όμως αργά.
— Είστε μαζί του, είπε η Καλλιόπη. Δεν ρώτησε. Κατηγόρησε.
— Και τι σημασία έχει; υπέγραψε, είπε εκνευρισμένη η Ιφιγένεια, χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι.
— Δεν είναι σε υπόγειο. Δεν υπάρχουν μπράβοι, συνέχισε η Καλλιόπη με φωνή που πλέον δεν έτρεμε.
— Ακόμα κι έτσι, τι θα κάνετε; Η Ιφιγένεια ίσιωσε την πλάτη και χαμογέλασε ειρωνικά. — Εκείνος θέλει χρήματα. Εγώ θέλω τη γη. Εσείς απλώς στέκεστε εμπόδιο.
— Φύγετε, είπε η Καλλιόπη, σηκώθηκε όρθια, άρπαξε το συμβόλαιο και το έσκισε.
— Θα το μετανιώσετε, απάντησε η Ιφιγένεια, αρπάζοντας την τσάντα της. — Πολύ σύντομα.
Η πόρτα έκλεισε με τέτοια δύναμη, που τα τζάμια κουδούνισαν.
Ήρθαν νύχτα.
Η Καλλιόπη ξύπνησε από δυνατό, απαιτητικό χτύπημα στην πόρτα.
— Άνοιξε! Τα χαρτιά θέλουμε!
Κοίταξε από το παράθυρο. Τέσσερις άντρες. Γεροδεμένοι. Ο ένας κρατούσε λοστό.
Υποχώρησε έντρομη. Το κινητό δεν είχε σήμα. Από έξω ακούγονταν φωνές, βήματα γύρω από το σπίτι, τραβήγματα στα παντζούρια.
— Μην κάνεις την ηρωίδα. Ο άντρας σου χρωστάει. Θες να του φερθούμε άσχημα;
Κόλλησε την πλάτη στη σόμπα. Τα έγγραφα ήταν στην τσάντα. Ό,τι χρειάζονταν.
Η πόρτα ράγισε. Ένα χτύπημα. Δεύτερο.
Η Καλλιόπη ούρλιαξε.
Από το πλάι, μέσα από το σκοτάδι κοντά στην αποθήκη, εμφανίστηκε ο Σταύρος Ξενάκης. Κρατούσε ένα ξύλο. Το κουτσό του πόδι τον δυσκόλευε, όμως προχωρούσε γρήγορα.
— Μακριά από το σπίτι, είπε χαμηλόφωνα.
Οι άντρες γύρισαν. Κάποιος γέλασε.
— Εσύ θα μας φοβίσεις;
— Σας το λέω τελευταία φορά.
Ο πρώτος όρμησε. Ο Σταύρος χτύπησε απότομα στο ηλιακό πλέγμα. Ο άντρας λύγισε. Ο δεύτερος επιτέθηκε. Ένα δυνατό χτύπημα στο γόνατο. Ένα ξερό κρακ. Ουρλιαχτό.
Ήταν όμως τέσσερις.
Τον άρπαξαν από πίσω, του έδεσαν τα χέρια. Ο άλλος σήκωσε τον λοστό. Ο Σταύρος προσπάθησε να ξεφύγει, μα το πόδι τον πρόδωσε και γονάτισε.
Και τότε έκανε κάτι που κανείς δεν περίμενε.
Τινάχτηκε προς τις κυψέλες και κλώτσησε την άκρη. Μία έγειρε. Άλλη μία χτύπημα. Η κυψέλη έπεσε και άνοιξε.
Ο αέρας γέμισε με εκκωφαντικό βούισμα.
Ένα μαύρο, ζωντανό σύννεφο ξεχύθηκε, φορτισμένο οργή, και όρμησε πάνω σε όλους — στους εισβολείς και στον ίδιο τον Σταύρο — ενώ οι κραυγές τρόμου σκέπαζαν τη νύχτα και προμήνυαν ότι η σύγκρουση μόλις είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
