«Απλώς τότε προτιμούσατε να κάνετε πως δεν υπάρχω.» — είπε η Ξανθή ήρεμα, αφήνοντας έναν λεπτό φάκελο πάνω στο τραπέζι

Ακατανίκητη αξιοπρέπεια που ραγίζει τις ψευδαισθήσεις.
Ιστορίες

Καθώς τα λόγια της έσβηναν μέσα στον αέρα, η Ξανθή Πέτρου γύρισε την πλάτη της και άρχισε να κατευθύνεται προς την έξοδο με αργό, μετρημένο βήμα. Κανείς δεν έκανε την παραμικρή κίνηση να τη σταματήσει. Τα κεριά συνέχιζαν να τρεμοπαίζουν στις θέσεις τους, η μουσική ακουγόταν ακόμα χαμηλά, όμως εκείνη η ψευδαίσθηση γαλήνης είχε πια καταρρεύσει ανεπιστρεπτί.

Οι πόρτες έκλεισαν πίσω της απαλά, σχεδόν αθόρυβα. Δεν άφησαν όμως πίσω τους παγωνιά· άφησαν ένα βάρος, μια συνειδητοποίηση που κόλλησε πάνω τους και δεν μπορούσε να αποτιναχθεί, όπως δεν φεύγει η υγρασία από ένα βρεγμένο παλτό.

Η αίθουσα, αν και γεμάτη ανθρώπινα σώματα, έμοιαζε άδεια. Μια πυκνή σιωπή απλώθηκε σαν βαριά κουρτίνα, πνίγοντας κάθε προσπάθεια της μουσικής να ξαναπάρει χώρο. Οι παρευρισκόμενοι έμεναν ακίνητοι, αντάλλασσαν αμήχανες ματιές, προσπαθώντας να καταλάβουν τι ακριβώς είχε μόλις συμβεί. Ήταν απλώς μια απρόσμενη συνάντηση ή μια εμφάνιση με απόλυτα υπολογισμένη ακρίβεια;

Ο Σταύρος Πανταζής στεκόταν ακόμη εκεί, μαζεμένος, σφιγμένος σαν χορδή έτοιμη να σπάσει. Δίπλα του, η Μελίνα Ζαχαριάδη ένιωσε ένα ανεξήγητο ρίγος να τη διαπερνά. Τα μάτια της περιπλανήθηκαν στα τραπέζια, στα γνώριμα πρόσωπα, όμως κάτι είχε αλλάξει· όλοι έμοιαζαν να κοιτούν τον κόσμο με διαφορετικό βλέμμα. Όσοι κάποτε θεωρούνταν «ισχυροί» ή «απρόσβλητοι», τώρα έδειχναν ανήμποροι μπροστά στη δύναμη της μνήμης.

— Το… το είδατε; ψιθύρισε ένας άντρας, παλεύοντας να αρθρώσει σκέψη. — Η Ξανθή… αυτή…

Κάποιος άλλος απλώς έγνεψε καταφατικά. Η παρουσία της, ήρεμη και χωρίς ίχνος θεατρικότητας, είχε αποδειχθεί πιο επιδραστική από κάθε εξήγηση που θα μπορούσε να δοθεί.

— Δεν καταλαβαίνω… μουρμούρισε ο Σταύρος, σχεδόν μόνος του. — Πώς… πώς γίνεται;

Οι λέξεις του αιωρήθηκαν και χάθηκαν μέσα στην αμηχανία και την ανησυχία. Η ασάφεια που άφησε πίσω της η Ξανθή γινόταν όλο και πιο βαριά. Κανείς δεν ήξερε ποιο έπρεπε να είναι το επόμενο βήμα. Ο χρόνος έμοιαζε να έχει παγώσει.

Σιγά σιγά άρχισαν οι ψίθυροι. Μνήμες ξεπρόβαλαν με ορμή: σκισμένα τετράδια, χλευασμοί, ειρωνικά βλέμματα, άδειες ατάκες στους διαδρόμους, εκείνο το μόνιμο αίσθημα κατωτερότητας όσων υπήρξαν κάποτε «αόρατοι». Όλα επέστρεφαν με τέτοια καθαρότητα, που έκανε την ανάσα να βαραίνει.

Ο Σταύρος κοίταξε τη Μελίνα. Στα μάτια της διέκρινε κάτι πρωτόγνωρο: φόβο. Κατάλαβε τότε πως οι ισορροπίες είχαν μετατοπιστεί. Η Ξανθή είχε αποδείξει πως η δύναμη δεν βρίσκεται σε τίτλους, χρήματα ή επιρροή. Βρίσκεται στον τρόπο που κάποιος χρησιμοποιεί τις ευκαιρίες του χωρίς να συνθλίβει τους άλλους. Και αυτή η αλήθεια ήταν ήττα — για εκείνον, για τη Μελίνα, για την αυταπάτη της ασυλίας τους.

— Ίσως… ψέλλισε κάποιος από το βάθος, — να μην ήρθε για εκδίκηση, αλλά για να μας αφήσει ένα μάθημα.

Οι ψίθυροι πλήθαιναν. Μερικοί σηκώθηκαν, έτοιμοι να φύγουν. Όλα όσα είχαν πειστεί πως είχαν αξία τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έμοιαζαν ξαφνικά κενά. Και μαζί με αυτή τη συνειδητοποίηση, γεννήθηκε η ντροπή.

Άνθρωποι που κάποτε τους ένωναν κοινές αναμνήσεις, τώρα έμοιαζαν ξένοι. Άλλοι κοιτούσαν επίμονα τον διπλανό τους, άλλοι τον τοίχο, σαν να έψαχναν κάπου να στηριχτούν. Όλοι, όμως, ένιωθαν πως είχαν υπάρξει μάρτυρες σε κάτι ουσιαστικό, σε κάτι που δεν επιτρεπόταν να αγνοηθεί.

Η Ξανθή Πέτρου δεν άφησε πίσω της απλώς μια ανάμνηση. Άφησε επίγνωση των συνεπειών. Η σιωπηλή της αξιοπρέπεια, η ικανότητά της να μιλά χωρίς λόγια — μόνο με το βλέμμα και με την ίδια της την παρουσία — γκρέμισε την ψευδαίσθηση του ελέγχου.

— Μπαμπά… είπε χαμηλόφωνα ένας νεαρός, καθισμένος στην άκρη της καρέκλας. — Τώρα καταλαβαίνω. Αλήθεια καταλαβαίνω.

Δεν ήρθε απάντηση. Κι όμως, μέσα σε εκείνη τη σιωπή χωρούσαν η μεταμέλεια, η κατανόηση, η επιθυμία για διόρθωση.

Σιγά σιγά, οι άνθρωποι απομακρύνθηκαν από τα τραπέζια τους. Ο Σταύρος κάθισε ξανά, μα το βλέμμα του έμεινε άδειο. Η Μελίνα άφησε το χέρι της να πέσει· δεν προσπαθούσε πια να ελέγξει τίποτα. Κάτι είχε αλλάξει οριστικά μέσα τους.

Πέρασαν μερικά λεπτά μέχρι να τολμήσει κάποιος να ανεβάσει ξανά τη μουσική, κι όταν αυτό συνέβη, ο ήχος της ακουγόταν αλλιώτικος, σαν υπόκρουση σε μια πραγματικότητα που είχε μόλις μεταμορφωθεί.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής