«Απλώς τότε προτιμούσατε να κάνετε πως δεν υπάρχω.» — είπε η Ξανθή ήρεμα, αφήνοντας έναν λεπτό φάκελο πάνω στο τραπέζι

Ακατανίκητη αξιοπρέπεια που ραγίζει τις ψευδαισθήσεις.
Ιστορίες

Η αποφασιστικότητά του ράγισε ανεπαίσθητα, όμως ο Σταύρος Πανταζής προσπάθησε να κρατηθεί από τον γνώριμο, αυτάρεσκο τόνο που τον χαρακτήριζε πάντα.

— Συγγνώμη, αλλά… το όνομά σας; ρώτησε, σαν να πίστευε πως μια τυπική ερώτηση θα του επέστρεφε τον έλεγχο της στιγμής.

— Ξανθή, απάντησε η γυναίκα χωρίς ίχνος δισταγμού. — Ξανθή Πέτρου.

Το όνομα αιωρήθηκε ανάμεσα στα τραπέζια. Για κάποιους δεν σήμαινε απολύτως τίποτα· για άλλους έπεσε σαν βαρύ αντικείμενο στο στήθος. Μερικοί κατέβασαν ασυναίσθητα το βλέμμα, σαν να αναγνώρισαν ξαφνικά τον ρόλο τους σε ιστορίες που προτιμούσαν να θεωρούν ξεχασμένες.

Η Ξανθή προχώρησε αργά προς το εσωτερικό της αίθουσας, χωρίς να πλησιάσει κανέναν συγκεκριμένα. Στάθηκε στο κέντρο, εκεί όπου παλιότερα συγκεντρώνονταν οι πιο θορυβώδεις, οι πιο σίγουροι για τον εαυτό τους. Κάποτε, αυτό το σημείο της φαινόταν απαγορευμένο.

— Για πολύ καιρό αναρωτιόμουν αν έπρεπε να έρθω, συνέχισε. — Δεκαπέντε χρόνια θεωρούνται αρκετά για να σβήσουν τα πάντα. Τουλάχιστον έτσι λένε.

Το βλέμμα της γλίστρησε πάνω στα πρόσωπα. Άλλα ήταν σφιγμένα, άλλα άδεια από συναίσθημα, κι άλλα προσπαθούσαν να φορέσουν ένα αμήχανο χαμόγελο, σαν να επρόκειτο για καλοστημένη παράσταση.

— Υπάρχουν, όμως, πράγματα που δεν εξαφανίζονται, πρόσθεσε ήρεμα. — Μένουν μέσα σου. Καθοδηγούν τις επιλογές σου. Χαράζουν τη διαδρομή σου.

Η Μελίνα Ζαχαριάδη σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα της.

— Αν ήρθες για να δημιουργήσεις σκηνή, είπε παγερά, — τότε διάλεξες εντελώς λάθος στιγμή.

Η Ξανθή τη κοίταξε προσεκτικά, χωρίς οργή.

— Πάντα ήξερες να αποφασίζεις τι είναι σωστό και τι όχι, είπε χαμηλά. — Θυμάσαι πώς αποφάσιζες ποιος άξιζε να κάθεται δίπλα σου και ποιος έπρεπε απλώς να σβήσει από την τάξη;

Η Μελίνα άνοιξε το στόμα, όμως οι λέξεις δεν βγήκαν. Αναμνήσεις που μέχρι τότε υποβάθμιζε, πήραν ξαφνικά βάρος που δεν μπορούσε να αγνοήσει.

— Δεν βρίσκομαι εδώ για συγγνώμες, συνέχισε η Ξανθή. — Ούτε για δικαιολογίες. Ο καθένας σας έχει ήδη πει την ιστορία του στον εαυτό του, όπως τον βόλευε.

Σταμάτησε για λίγο, αφήνοντας τη σιωπή να απλωθεί ξανά και να γεμίσει τον χώρο.

— Ήρθα μόνο για να σας θυμίσω πως το παρελθόν δεν γράφει πάντα το τέλος.

Ο Σταύρος χαμογέλασε ειρωνικά, προσπαθώντας να ανακτήσει την πρωτοβουλία.

— Και τι ακριβώς θέλεις να αποδείξεις; ρώτησε. — Ότι τα κατάφερες;

Η Ξανθή έγειρε ελαφρά το κεφάλι.

— Όχι. Η επιτυχία είναι σχετική έννοια. Αυτό που θέλω είναι να θυμίσω ότι κάθε πράξη αφήνει ίχνος. Απλώς, κάποιες φορές, το ίχνος εμφανίζεται αργότερα.

Άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε έναν λεπτό φάκελο και τον ακούμπησε στο πιο κοντινό τραπέζι. Κανείς δεν τον άγγιξε, όμως όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν επάνω του.

— Μέσα υπάρχουν έγγραφα, είπε. — Στοιχεία. Μαρτυρίες. Ιστορίες που επιλέξατε να διαγράψετε.

Η ατμόσφαιρα φάνηκε να παγώνει, παρότι οι πόρτες ήταν κλειστές εδώ και ώρα.

— Εδώ και χρόνια δουλεύω με εφήβους, συνέχισε. — Με εκείνους που κανείς δεν ακούει. Που γίνονται στόχος, που λυγίζουν από αστεία και αδιαφορία. Έχω δει πού οδηγεί αυτό.

Η φωνή της έμενε σταθερή, όμως είχε αποκτήσει ένα βάθος που προκαλούσε δυσφορία.

— Μερικοί από εσάς είστε γονείς. Άλλοι διευθυντές, προϊστάμενοι, “πρότυπα”. Εγώ, όμως, θυμάμαι τα γέλια όταν μου έσκιζαν τα τετράδια. Τις πλάτες που γύριζαν όταν με έσπρωχναν στον διάδρομο. Τη σιωπή, όταν αρκούσε μία λέξη.

Ένας άντρας κοντά στο παράθυρο κάθισε βαριά, κρύβοντας το πρόσωπό του με τα χέρια. Μια γυναίκα πιο πέρα άφησε έναν πνιχτό λυγμό.

— Δεν κατηγορώ κανέναν, είπε η Ξανθή. — Απλώς καταγράφω.

Πλησίασε τον Σταύρο. Τώρα τους χώριζαν μόνο λίγα βήματα.

— Μιλούσες πάντα για κορυφές, ψιθύρισε. — Για νικητές. Ξέρεις τι έμαθα όλα αυτά τα χρόνια; Το πραγματικό ύψος δεν μετριέται από το πόσο ψηλά στάθηκες, αλλά από το πόσους ανθρώπους δεν συνέθλιψες στον δρόμο.

Ο Σταύρος χλώμιασε. Η αυτοπεποίθησή του διαλύθηκε σαν εύθραυστο γυαλί.

— Και τώρα; ρώτησε σχεδόν άηχα.

Η Ξανθή έριξε μια τελευταία ματιά στην αίθουσα, σαν να αποτύπωνε κάθε πρόσωπο στη μνήμη της.

— Τώρα θα θυμάστε, απάντησε. — Και, ίσως, την επόμενη φορά, να κάνετε μια διαφορετική επιλογή.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής